Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η πηγή των 34 παρακάτω άρθρων είναι Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ http://www.xfd.gr/
Τα άρθρα αυτά πηγάζουν από το βιβλίο «Η Ορθόδοξος Χριστιανική Πίστις μας» +Αθανασίου Σ. Φραγκοπούλου, εκδ. “Ο Σωτήρ” .

Η αιώνια ζωή και η αιώνια κόλαση


Το αποτέλεσμα της καθολικής κρίσης των ανθρώπων κατά τη δεύτερη παρουσία του Κυρίου είναι η αιώνια ζωή των δίκαιων, που τάχθηκαν στα δεξιά του δίκαιου Κριτή και άκουσαν το “δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου”, και η αιώνια καταδίκη της κόλασης των αμαρτωλών, που στάθηκαν στο αριστερό του Κριτή και άκουσαν το “πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλων και τοις αγγέλοις αυτού”. Και το “απελεύσονται ούτοι (οι αμαρτωλοί) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνον” (Ματθ. κε’ 34, 41, 46). Όχι, δεν θα εξαφανιστούν οι αμαρτωλοί, όπως ισχυρίζονται οι Χιλιαστές, ούτε θα παιδευθούν μερικά χρόνια, οπότε τάχα θα μετανοήσουν και θα σωθούν, όπως φλυαρούν μερικοί άλλοι αιρετικοί. Κόλαση αιώνια είναι η ποινή και ο κλήρος των αμετανόητων αμαρτωλών και η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί τρομερές εικόνες για να παραστήσει το φρικτό της κόλασης. Την ονομάζει την κόλαση “πυρ το εξώτερον”, “σκώληκα ακοίμητο”, “λίμνην του πυρός καιομένη πυρί και θείω”, όπου “ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων” (Ματθ. η’ 12). Είναι, λοιπόν, κάτι το απερίγραπτα φοβερό. Και αυτό το φοβερό θα είναι αιώνιο και ατελεύτητο, χωρίς τέλος, χωρίς ελπίδα αλλαγής και βελτίωσης της κατάστασης των κολαζόμενων. Και η αιώνια ζωή είναι πάλι το αφάνταστα άξιο και λαμπρό και ευφρόσυνο. Είναι κατά την Αγία Γραφή “αμαράντινος της δόξης στέφανος”, είναι δόξα και τιμή και ευφροσύνη αιώνια, είναι θεία μακαριότητα, αφού είναι ζωή της βασιλείας των Ουρανών, όπου λάμπει και τέρπει ο Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός μας, ο βασιλιάς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων. Και όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης· “ούτε τα αγαθά τα εν επαγγελίας τοις ευ βεβιωκόσι (σε αυτούς που έζησαν κατά Θεόν) προκείμενα τοιαύτα εστιν, ως εις υπογραφήν λόγου ελθείν (είναι δηλαδή απερίγραπτα)… ούτε μην η αλγεινή των πεπλημμεληκότων ζωή πρός τι των τήδε λυπούντων την αίσθησιν ομοτίμως έχει”. Ούτε δηλαδή μπορούμε και τη θλίψη των αμαρτωλών της κόλασης να παρουσιάσουμε με ανάλογη εικόνα από όσα μας συμβαίνουν εδώ στη γη, για να εννοήσουμε έτσι πόσο φρικτά είναι τα δεινά της κόλασης. Και σε άλλο μέρος ο ίδιος Πατήρ· “πυρ γαρ ακούων άλλο τι παρά τούτο νοείν εδιδάχθης (η φωτιά της κόλασης δηλαδή μη νομίζεις πως είναι όμοια με τη φωτιά που έχουμε εδώ στη γη)… πάλιν σκώληκά τις ακούσας μη διά της ομωνυμίας προς το επίγειον τούτο θηρίον αποφερέσθω τη διανοία”. Άλλο το σκουλήκι που βλέπουμε εδώ και άλλο το σκουλήκι της κόλασης. Αυτό είναι ένα ζωύφιο, εκείνο ένα ανήμερο θηρίο που δεν τελειώνει ποτέ. Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· “ουχ υλικόν (το αιώνιο πυρ) οίον το παρ’ ημίν, αλλ’ οίον αν ειδείη Θεός”. Μόνο ο Θεός τώρα γνωρίζει τι είναι η αιώνια φωτιά της κόλασης, εμείς το αγνοούμε. Είναι απλώς μια φρικτή και φοβερή εικόνα που πρέπει να μας φοβίζει, να μας κάνει να τρέμουμε και μόνη η σκέψη της, για να αποφεύγουμε την αμαρτία και αν αμαρτάνουμε να μετανοούμε, για να το αποφύγουμε.
Ως προς το τι είναι η αιώνια ζωή, ας αναφέρουμε τέλος τους λόγους του θείου αποστόλου Παύλου. Ανέβηκε στον ουρανό και είδε με τα μάτια του τη ζωή και τα αγαθά του Παραδείσου και είπε και έγραψε κατόπιν “ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν (αγαθά δηλαδή τόσο ένδοξα και τερπνά που στον κόσμο αυτό ούτε μάτι ανθρώπου τα είδε ποτέ ούτε αυτί ανθρώπου τα άκουσε ούτε ποτέ τα φαντάστηκε και τα επιθύμησε ανθρώπινη καρδιά. Είναι τέτοια τα αγαθά αυτά, που είναι αδύνατο ανθρώπινη γλώσσα να βρει λέξεις και να τα περιγράψει)… και ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι” (Α’ Κορινθ. β’ 9, Β’ Κορινθ. ιβ’ 4). Αλλά ό,τι και αν πούμε, τώρα είναι ατελή και ανεπαρκή να μας παραστήσουν τα πραγματικά. Τώρα βλέπουμε “εν εσόπτρω και εν αινίγματι”· τα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και σαν σε όνειρο. Τότε “οψόμεθα καθώς εστι”· τότε θα τα δούμε όπως ακριβώς είναι. Και αυτά πρέπει να επιδιώκουμε καθ’ όλη την επίγεια ζωή μας. Δηλαδή, να αγιάζουμε τον εαυτό μας και να ζούμε, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας ορίζει στο Ευαγγέλιό του. Και τότε θα βασιλεύσουμε μαζί με τον αιώνια βασιλιά και Κύριο της δόξας, τον βασιλιά των βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων, στην επουράνια βασιλεία του, ως βασιλείς και εμείς ένδοξοι και αιώνιοι και αθάνατοι. Και θα είναι αιώνια η βασιλεία του. Μαζί δε με εκείνον και η δική μας, διότι “της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος” (Λουκ. α’ 33). Είθε αυτής και εμείς όλοι να αξιωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ ΤΩ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΘΕΩ ΔΟΞΑ.

Η ανάσταση των νεκρών και η γενική κρίση


Είπαμε, ότι ο Κύριος θα έλθει δεύτερη φορά για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Είπαμε ακόμα πριν από αυτό, ότι μόλις πεθάνει ο άνθρωπος γίνεται γι’ αυτόν μία μερική κρίση, κατά την οποία ο μεν πιστός και δίκαιος νοιώθει ότι από τη στιγμή εκείνη βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στον Παράδεισο, κοντά στο Θεό, και περιμένει με ευχάριστη αναμονή τη γενική κρίση και την τέλεια απόλαυση των αγαθών του Παραδείσου. Αντιθέτως ο άπιστος και αμαρτωλός βρίσκεται από τότε στα βάσανα του Άδη, όπως δείχνει και η παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου, και με φρίκη και τρόμο περιμένει τη γενική κρίση για να ριφθεί εξ ολοκλήρου στην αιώνια κόλαση. Αλλά για να γίνει η γενική αυτή και τελειωτική κρίση, πρέπει να προηγηθεί η δεύτερη παρουσία του Κυρίου, και για να κρίνει ο Κριτής ζωντανούς και νεκρούς, δίκαιους και άδικους, πρέπει από τη δεύτερη ακόμα παρουσία να προηγηθεί η ανάσταση των νεκρών, δηλαδή ανάσταση των σωμάτων, οπότε θα ενωθεί κάθε ψυχή με το σώμα που είχε στην επίγεια ζωή της και το οποί σώμα θα είναι μετά την ανάσταση αποπνευματισμένο και όχι υλικό και έτσι θα παρουσιαστούμε όλοι μπροστά στο βήμα του Χριστού.
Η ανάσταση των νεκρών είναι από τα πιο σπουδαία δόγματα της αγίας μας Θρησκείας και το βεβαιώνει σε πολλά μέρη η Αγία Γραφή· “Έρχεται ώρα, λέει ο Κύριος, εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά πράξαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως” (Ιωάν. ε’ 28-29). Και ο απόστολος Παύλος· “ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα” (Α’ Κορινθ. ιε’ 51, 52). Και εις την Α’ Θεσσαλ. Δ’ 14-17· “εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα”.
Τονίσαμε πρωτύτερα, ότι το σώμα που θα αναστηθεί δεν θα είναι υλικό, όπως ήταν, όταν κατατέθηκε στον τάφο νεκρό. Θα είναι πνευματικό και άφθαρτο, όπως ήταν το σώμα του Κυρίου μετά την ανάστασή του. Και αυτό ο θείος Παύλος το λέει· “Δει γαρ το φθαρτόν τούτο (σώμα) ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν”. Και τώρα που πεθαίνει “σπείρεται εν φθορά” και κατά την ανάσταση “ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν (σώμα που το ζωοποιούσε η ψυχή), ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν (δηλαδή ζωικό), καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν… ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν”, κατά την ανάσταση (Α’ Κορινθ. ιε’ 42-46). Δηλαδή δεν θα λάβουμε άλλα σώματα κατά την ανάστασή μας, αλλά τα ίδια που έχουμε τώρα κατ’ ουσία, με διαφορετικές όμως, πνευματικές, ιδιότητες (1). Και όπως είπε ο Κύριος, θα αναστηθούν “οι τα αγαθά ποιήσαντες” πιστοί και άγιοι “εις ανάστασιν ζωής”, γι’ αυτό, παρότι φοβερή για όλους θα είναι η δεύτερη παρουσία, αυτοί “εν χαρά και αγαλλιάσει” θα δεχθούν την παρουσία του Κυρίου, για να λάβουν τον δίκαιο μισθό της αρετής τους. Θα αναστηθούν και “οι τα φαύλα πράξαντες”, αλλ’ αυτοί “εις ανάστασιν κρίσεως” και κυρίως σε αυτούς θα είναι φοβερή η ημέρα της θείας παρουσίας.
Με την τελική κρίση συνδέεται και η συντέλεια του κόσμου. Συντέλεια δεν θα πει πως θα καταστραφεί και θα αφανιστεί ο κόσμος, αλλά θα αλλάξει, θα πάρει νέο σχήμα, νέα σύσταση και μορφή, όπως ο ψαλμός λέει “ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς (τους ουρανούς) και αλλαγήσονται”. Τότε θα εκλείψει και θα εξαφανιστεί το κακό και η αμαρτία, θα καταργηθεί ο θάνατος, αφού λέει ότι “έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος”, και όλη η φύση θα ελευθερωθεί από τη ματαιότητα στην οποία υποτάχθηκε λόγω της αμαρτίας και θα ανακαινισθεί.
*  *  *
(1) Λέει ως προς αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· “Εξεγείρεται μεν τούτο το σώμα, αλλ’ ου μέντοι τοιούτον, αλλά μένει αιώνιον. Ουκέτι τροφών τοιούτων χρείαν έχει προς ζωήν, ουδέ κλιμάκων προς ανάβασιν· γίνεται γαρ “πνευματικόν”, θαυμάσιόν τι και οίον ειπείν κατ’ αξίαν ουκ έχομεν”. Δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ποιο είναι και ποια αξία έχει το σώμα εκείνο.

Η δευτέρα παρουσία του Κυρίου


Όλοι μας οι Χριστιανοί, σύμφωνα με όσα και ο ίδιος ο Κύριος είπε, οι άγιοι Απόστολοί του κήρυξαν και η αγία του Εκκλησία ανέκαθεν διδάσκει διά των αγίων Πατέρων ακι διδασκάλων της, περιμένουμε και δεύτερη παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στο σύμβολο της Πίστης μας λέμε για τον Κύριο· “και πάλι ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ού της βασιλείας ουκ έσται τέλος”. Θα έλθει, λοιπόν και πάλι ο Χριστός. Αυτή είναι η δεύτερη παρουσία του. Πότε θα έλθει; Άγνωστο. Τον ρώτησαν οι Απόστολοί του· “ειπέ ημίν πότε ταύτα έσται (τα φοβερά γεγονότα που θα προηγηθούν της δεύτερής σου παρουσίας), και τι το σημείον της σης παρουσίας και της συντελείας του αιώνος;”. Και εκείνος απάντηση· “βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες, εγώ ειμι ο Χριστός, και πολλούς πλανήσουσι”. Τους απαριθμεί έπειτα το τι θα γίνει πριν από τη δεύτερή του παρουσία, όπως και προηγουμένως είπαμε, πόλεμοι και φόβοι και λοιμοί και σεισμοί και ψευδοπροφήτες πολλοί και κακία και πόνος και μίσος και αναστάτωση μεγάλη σε όλα τα έθνη της γης, ότι θα κηρυχθεί το Ευαγγέλιό του σε όλο τον κόσμο, και “τότε ήξει το τέλος” (Ματθ. κδ’ 3-14). Προσθέτει δε σε άλλο μέρος, ότι “περί της ημέρας εκείνης και ώρας (της δεύτερής του δηλαδή παρουσίας) ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος” (Ματθ. κδ’ 36). Λοιπόν άγνωστη σε όλους και μόνο στο Θεό γνωστή η ημέρα της Δεύτερης παρουσίας του Κυρίου, όπως ο ίδιος λέει. Από τους λόγους αυτούς του Κυρίου βλέπει κανείς πόσο πλανώνται οι δυσσεβείς Χιλιαστές, οι οποίοι πολλές φορές όρισαν τη δεύτερη παρουσία του Χριστού και διαψεύσθηκαν, χωρίς να διορθωθούν και παύσουν να την προσδιορίζουν. Πότε θα έλθει και πάλι ο Κύριος κανείς δεν το ξέρει.
Πώς όμως θα έλθει; Θα έλθει ως βασιλιάς ένδοξος και κραταιός “μετά δυνάμεως και δόξης πολλής”. Διότι δεν θα έλθει για να σώσει τότε τον κόσμο, αλλά για να κρίνει τον κόσμο, όλο τον κόσμο, όλους εμάς. “Τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα διά του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν” (Β’ Κορινθ. ε’ 10). Γι’ αυτό “όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού. και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων. και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εφ ευωνύμων” (Ματθ. κε’ 31-33). Επομένως και ένδοξη και φοβερή θα είναι η δεύτερη παρουσία του Κυρίου. Τόσο ένδοξη και φοβερή, που εμείς είναι αδύνατο να περιγράψουμε το μεγαλείο και τη δόξα της παρουσίας εκείνης. Αδύνατο όμως να πούμε και ποιος φόβος και τρόμος θα κυριεύσει όλους μεν τους ανθρώπους κατά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, ιδιαιτέρως δε τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Αυτοί θα στέκουν τρέμοντας και οδυρόμενοι στα αριστερά του δίκαιου Κριτή.

Η τιμή των Αγίων μας


Για όλους μας τους κεκοιμημένους εμείς που αποτελούμε την επί γης στρατευόμενη του Χριστού Εκκλησία δεόμαστε προς Κύριο και ζητούμε την ανάπαυσή τους στη βασιλεία του. Ιδιαιτέρως στρεφόμαστε προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία, την Εκκλησία των αγίων μας, και μνημονεύουμε τους Αγίους μας, εξαιρέτως δε “της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας”. Τους μνημονεύουμε, αποδίδουμε τιμή και δόξα στα άγια πρόσωπά τους και τις ιερές μνήμες τους, ζητούμε δε τις προσευχές και δεήσεις τους για μας προς το Θεό και τη βοήθειά τους σε πολλές ανάγκες του βίου μας. Με ξεχωριστή πίστη και ευλάβεια τιμούμε την υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου μας, και ζητούμε την προστασία της, την ταχεία σκέπη και βοήθειά της. Προστρέχουμε στους θαυματουργούς αγίους και αγίες μας, και για ψυχικές και σωματικές ανάγκες, αφού ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα της θαυματουργίας και με θαύματα θεραπεύουν πολλούς και ψυχικώς και σωματικώς αρρώστους. Ομοίως τελούμε εορτές και πανηγύρεις στις μνήμες τους και με βαθιά ευλάβεια ασπαζόμαστε τα ιερά λείψανά τους και τις αγίες εικόνες τους(1).
Η τιμή και δόξα την οποία απευθύνουμε προς τους Αγίους μας εμμέσως αναφέρεται στον ίδιο το Θεό και Κύριο. Τιμώντας δηλαδή τους Αγίους τιμούμε και δοξάζουμε τον ίδιο τον Θεό που τους ανέδειξε ένδοξους αγίους και πολίτες της ουρανίου του βασιλείας. Όπως λέει ένα τροπάριο της Εκκλησίας· “ο Θεός ο ενδοξαζόμενος εν ταις μνήμαις των αγίων σου”, αυτός υπάρχεις Σωτήρας μας. Και παίρνοντας θάρρος από αυτό και οι επί γης στρατιώτες του Χριστού, επικαλούμενοι τις δεήσεις των αγίων μας λέμε στο Θεό· “Τη πρεσβεία, Κύριε, των αγίων και της Θεοτόκου την σην ειρήνην δος ημίν και ελέησον ημάς ως μόνος οικτίρμων”. Και ειδικότερα προς τη Θεοτόκο· “Ότι ουκ έχομεν παρρησίαν διά τα πολλά ημών αμαρτήματα, συ τον εκ σου γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε. Πολλά γαρ ισχύει, δέησις μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου”. Και προς το Χριστό· “Δέξαι την τεκούσαν σε Θεοτόκον πρεσβεύουσαν υπέρ ημών και σώσον, Σωτήρ ημών, λαόν απεγνωσμένον”. Γενικώς δε σε όλους τους Αγίους· “Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς· οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς”.
Άλλος λόγος για τον οποίο έχουμε την τιμή τις μνήμες και τις εικόνες των Αγίων και τιμητικά προσκυνούμε αυτές είναι και η μίμησή τους, η αντιγραφή και μίμηση της αρετής τους, της αγιότητάς τους και εν γένει της θεάρεστης αρετής τους. Να ζήσουμε και εμείς, όπως έζησαν εκείνοι. Να ζήσουμε άγιοι, πιστοί και θεοφιλείς και στο Θεό αφοσιωμένοι. Και το παράδειγμα της ένθεης ζωής των αγίων μας το παρουσιάζουν οι ιερές εικόνες τους. Οι εικόνες κατά τον άγιο Βασίλειο και κατά την Έκτη αγία Οικουμενική Σύνοδο είναι “βιβλία γλωττοφόρα”, βιβλία που έχουν γλώσσα και μιλούν και διδάσκουν την αρετή και αγιότητα εκείνων τους οποίους εικονίζουν. Ομοίως και τα ιερά τους λείψανα που βρύουν ιάματα, διαλαλούν την αγιότητά τους και τη χάρη του Θεού, με την οποία τους χαρίτωσε και τους κατέστησε βοηθούς και αντιλήπτορες των ασθενών και αμαρτωλών ανθρώπων. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η τιμή, που αποδίδουμε στην εικόνα, αποδίδεται κυρίως στο πρόσωπο του Αγίου, τον οποίο εικονίζει· “Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν”, όπως ορίζει η Ζ’ αγία Οικουμενική Σύνοδος. Λοιπόν, τους έχουμε τους αγίους μας και πρεσβευτές μας προς Κύριο, και βοηθούς στις ανάγκες μας, έχουμε όμως αυτούς και τις αγίες εικόνες τους, τα ιερά λείψανά τους και πρότυπα αρετής και αγιότητας. Γι’ αυτό και τους τιμούμε και τους εορτάζουμε και τους επικαλούμαστε στις προσευχές μας, τις δεήσεις και λειτουργίες μας.
Και εδώ πρέπει να σημειώσουμε τις μεγάλες διαφορές, τις οποίες έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι με τους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες. Οι μεν παπικοί παρουσιάζουν τους αγίους ως ημίθεους με υπέρτακτα έργα, όπως είπαμε, με τα οποία ο Πάπας νομίζει πως βγάζει και από την κόλαση τους αμαρτωλούς. Οι προτεστάντες ολωσδιόλου τα αντίθετα. Δεν αναγνωρίζουν αγίους, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους αγίους. Την υπεραγία Θεοτόκο την υποβιβάζουν πολύ, την θεωρούν μία απλή και συνηθισμένη γυναίκα, ενώ ο Αρχάγγελος την είπε “κεχαριτωμένη”και “ευλογημένην εν γυναιξί”. Δεν την σέβονται ούτε την τιμούν ως μητέρα του Θεού. Μερικοί δε από αυτούς εκφράζονται με βλάσφημα λόγια για την Αειπάρθενο Κόρη. Οι πλάνες τους, λοιπόν, είναι πολλές και μεγάλες και μεταξύ μας κανείς συμβιβασμός δεν χωρεί. Ας το γνωρίζουν καλό αυτό όλοι οι Ορθόδοξοι και ας μην παραπλανόμαστε πως εν ονόματι τάχα της αγάπης,, μπορούμε να παραμερίσουμε τις πλάνες των αιρετικών και να γεφυρώσουμε τα χάσματα, για να ενωθούμε. Ποτέ, πότε ένωση με αιρετικούς δεν μπορούμε να κάνουμε παρά μόνο όταν αυτοί αποκηρύξουν με πραγματική μετάνοια τις ασεβείς και βλάσφημες κακοδοξίες τους.
*  *  *
(1) Στις θείες Λειτουργίες και του ιερού Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου και σε άλλες αρχαίες λειτουργίες μνημονεύονται κατά την προσφορά της αναίμακτης θυσίας οι άγιοι που δοξάστηκαν από το Θεό, κατά το Γραφικό “τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος” (Ψαλμ. ιε’ 3). Δηλαδή μνημονεύουμε τους Προπάτορες του Κυρίου, τους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές, τους Ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας, Όσιους, Ιεράρχες, Ασκητές και όλους τους Αγίους άνδρες και γυναίκες, όλως ιδιαιτέρως δε, όπως είπαμε, την Υπεραγία Θεοτόκο μας. Αλλά “των αγίων μνείαν ποιείται η Εκκλησία ουχί προς εξιλέωσιν των αμαρτιών αυτών, ωσεί ούτοι δεν εδικαιώθησαν, ουδ’ είναι εν ευφροσύνη έτι, αλλ’ ευχαριστούσα μεν τω Σωτήρι διά την προς τους αγίους χάριν και δόξαν, θεωμένη (καθώς βλέπει) δε το απολυτρωτικόν αυτού έργον μεθ’ όλων των ενεργειών και αποτελεσμάτων αυτού, των εμφανιζομένων εν τοις τελειωθώσι πνεύμασι (στις ψυχές των τελειωθέντων αγίων) της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ούτω δε μνημονεύουσα των αγίων δέεται συγχρόνως του Κυρίου, όπως ταις πρεσβείαις αυτών επακούση των υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων ευχών αυτής. Ούτως ερμηνεύουσι την μνείαν ταύτην των αγίων ου μόνον αι λειτουργίαι αυταί, εις το τέλος των οποίων προσθέτουν τας υπέρ αυτών ευχάς, λέγουσαι· “ων ταις ικεσίαις (δηλαδή διά των πρεσβειών των αγίων) επίσκεψαι ημάς ο Θεός και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”. Αυτά οι Αποστολικές Διαταγές (VIII, 12). Και ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων στη μυσταγωγική του κατήχηση (V, 9) λέει· “είτα (μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων) μνημονεύομεν και των προκεκοιμημένων πρώτων Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ταις ευχαίς αυτών και πρεσβείας προσδέξηται ημών την δέησιν”. Παρόμοια λένε και οι Πατέρες Αυγουστίνος και Χρυσόστομος.
Είναι δε ανάγκη να προστεθεί εδώ, ότι και οι Άγιοι Άγγελοι στον Ουρανό αποτελούν μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, είναι προστάτες και βοηθοί σε μας τους στρατευόμενους, μνημονεύονται στις θείες μας Ακολουθίες και Λειτουργίες και τιμούμε αυτούς επικαλούμενοι την προστασία τους ιδίως στις επιδρομές των δαιμόνων.

Τα μνημόσυνα


Αφού στον Άδη «ουκ έστι μετάνοια» και αμετάβλητη μένει η κατάσταση του δικαίου στην αρετή και του κακού στην κακία και καταδίκη του, γιατί κάνουμε μνημόσυνα και με αυτά ζητούμε να συγχωρήσει ο Θεός τους απελθόντες και να τους κατατάξει εν σκηναίς δικαίων; Τι χρειάζονται και τα μνημόσυνα; Τα μνημόσυνα χρειάζονται, και γι’ αυτό γίνονται, και για την ωφέλεια των ζωντανών, αλλά και για τους απελθόντες. Για μας τους ζωντανούς πρώτα. Γιατί; Για να τονώνουν και ενισχύουν την πίστη μας στη μέλλουσα ζωή και να κρατούν άσβεστη την αγάπη μας στους απελθόντες κεκοιμημένους συγγενείς, πατέρες, αδελφούς και φίλους μας. Αυτό για μας. Τα μνημόσυνα όμως γίνονται δεύτερον και κυρίως για τους νεκρούς. Και μάλιστα για τους νεκρούς εκείνους, οι οποίοι μετανόησαν μεν, ίσως και την ώρα του θανάτου τους, αλλά δεν πρόφθασαν με μετάνοια έμπρακτη και έργα αγαθά να βεβαιώσουν και αποδείξουν την μετάνοιά τους. Είναι βέβαια αλήθεια, ότι και για τους αποθανόντες στην κακία και αμαρτία τελούμε μνημόσυνα και απευθύνουμε προς το Θεό δεήσεις για αυτούς. Και πράττουμε αυτά, όχι διότι νομίζουμε, ότι με τα μνημόσυνά μας αυτά οι κολασμένοι θα μεταπηδήσουν από την κόλαση στον Παράδεισο. Όχι, τέτοιο πράγμα δεν πιστεύουμε. Πιστεύουμε όμως αυτό, ότι και ο μεγαλύτερος αμαρτωλός την τελευταία ώρα μπορεί κεντούμενος και παρακινούμενος από τη χάρη του Θεού να μετανοήσει, να ζητήσει το έλεος του Θεού και να σωθεί. Αυτό δεν έγινε και με το ληστή πάνω στο σταυρό; Στην αρχή τον βλασφημούσε και αυτός τον Εσταυρωμένο Χριστό, όπως και ο άλλος ληστής. Στη στιγμή όμως μετανοεί, λέει το «μνήσθητί μου, Κύριε» και κληρονομεί τον Παράδεισο. Και ποιος γνωρίζει πόσες αμαρτωλές ψυχές, ένοχες ψυχές ληστών και κακούργων, την τελευταία τους ώρα μετανοούν και ζητούν έλεος Θεού; Αλλ’ επειδή αυτό σε μας είναι άδηλο και κρυφό και άγνωστο, γι’ αυτό τελούμε για όλους μνημόσυνα και για όλους τους κεκοιμημένους ζητούμε την ευσπλαχνία του Θεού. Μόνο για αυτούς που αυτοκτονούν ούτε κηδείες ούτε μνημόσυνα κάνουμε, αφού αυτοί μόνοι τους αφαιρούν τη ζωή τους και επομένως αποκλείουν στον εαυτό τους κάθε μετάνοια και σωτηρία (1).
Η πρώτη μαρτυρία της Αγίας Γραφής που λέει ότι πρέπει να γίνονται μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων είναι της Π. Διαθήκης στο Β’ Μακκαβαίων ιβ’ 43, όπου παρουσιάζεται ο Ιούδας Μακκαβαίος να προσφέρει θυσία για αυτούς που έπεσαν προς εξιλασμό και συγχώρηση των αμαρτιών τους. Η Ιερή Παράδοση έπειτα παρουσιάζει ανέκαθεν την αγία Εκκλησία να τελεί μνημόσυνα και να απευθύνει δεήσεις υπέρ των νεκρών. Όλες οι θείες Λειτουργίες τους μνημονεύουν και λένε· “μνήσθητι, Κύριε, και των επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών και ανάπαυσον αυτούς, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”. Οι άγιοι Πατέρες Μ. Αθανάσιος, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλούν για “μεγίστην όνησιν”, μέγιστη ωφέλεια και ανάπαυση, που προσφέρουν οι επιμνημόσυνες αυτές δεήσεις μας στις ψυχές των κεκοιμημένων. Επί λέξει ο ιερός Χρυσόστομος· “ουκ εική (όχι δηλαδή μάταια και άσκοπα) ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. (Από τους αγίου Αποστόλους κανονίστηκε να γίνονται μνημόσυνα για τους απελθόντες). Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. (Και γνωρίζουν αυτοί που τα κάνουν, ότι πολύ κέρδος γίνεται στους τεθνεώτες, πολλή ωφέλεια έχουν). Όταν γαρ ειστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν και πρόσκηται η φρικτή θυσία πώς ου δυσωπήσομεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; Αλλά τούτο μεν υπέρ των εν πίστει απελθόντων”. (Διότι, όταν στέκει ένας λαός ολόκληρος και σηκώνει τα χέρια προς το Θεό, καθώς και πολλοί ιερείς, και προσφέρεται η φρικτή θυσία της θείας Ευχαριστίας για αυτούς, πώς δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε το Θεό να τους λυπηθεί και τους ελεήσει, αφού τόσο επίμονα τον παρακαλούμε;) Ο Κύριλλος, όπως είπαμε, λέει· “πιστεύουμε μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς, υπέρ ών η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικτωδεστάτης προκειμένης θυσίας”. Πρέπει λοιπόν και η αγία θυσία να προσφέρεται και μνημόσυνα να τελούνται και αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και βοηθήματα να δίδονται υπέρ των κεκοιμημένων. Και όλοι οι Χριστιανοί τελούμε μνημόσυνα, εκτός από τους προτεστάντες, οι οποίοι τα απορρίπτουν τελείως. Για δε το καθαρτήριο πυρ των παπικών και τις αξιομισθίες, τα υπέρτακτα έργα των αγίων, με τα οποία οι Ρωμαιοκαθολικοί σώζουν τάχα τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Εδώ απλώς λέμε, ότι αυτά όλα είναι πλάνες και κακοδοξίες και ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Ιερή Παράδοση στηρίζονται. Επινοήθηκαν μόνο και τέθηκαν σε εφαρμογή και με τα συγχωροχάρτια του Πάπα προς χρηματισμό της παπικής Εκκλησίας.
*  *  *
(1) Το ότι τα μνημόσυνα ωφελούν και τους ζωντανούς που τα επιτελούν και τους νεκρούς υπέρ των οποίων τελούνται, γνωματεύει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος λέει· “ο Θεός βούλεται ίνα υπ’ άλλων οι πάντες ευεργετώμεθα και ζώντες και μετά θάνατον”. Εκείνος δε ο οποίος “υπέρ της του πλησίον σωτηρίας αγωνιζόμενος (και τελών μνημόσυνα), πρώτον εαυτόν ονίνησιν είτα τον πέλας”, πρώτα τον εαυτό του βοηθεί και σώζει και έπειτα τον πλησίον του, για τον οποίο κάνει το μνημόσυνο.

Η μερική κρίση



Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις” (Εβρ. θ’ 27). Το θάνατο τον ακολουθεί κρίση. Και όπως είναι νόμος γενικός, ότι κάθε άνθρωπος που γεννιέται στον κόσμο αυτό θα πεθάνει, εκτός εκείνων που θα βρεθούν ζωντανοί κατά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, παρομοίως είναι και γενικός νόμος για όλους τους ανθρώπους η μέλλουσα κρίση. Αυτό είναι της πίστης μας δίδαγμα, αφού λέμε ότι ο Κύριος θα έλθει για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, και ο απόστολος Παύλος τονίζει, όπως είπαμε, ότι “πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα (δε θα πεθάνουμε), πάντες δε αλλαγησόμεθα” (Α’ Κορινθ. ιε’ 51). Και τότε, όπως θα βρει ο θάνατος τον καθένα έτσι και θα τον πάρει, έτσι και αυτός θα μείνει. Άπιστο και αμαρτωλό και αμετανόητο θα τον βρει; Αμαρτωλός και αμετανόητος θα μείνει. Μετά θάνατον μετάνοια και σωτηρία πλέον δεν υπάρχει, όπως και προηγουμένως έχουμε πει και τονίσει. Και αν ο θάνατος βρει τον άνθρωπο σε πίστη και μετάνοια, σε αρετή και αγιότητα, πιστός και ενάρετος και άγιος μένει. Μετά θάνατον ούτε ο άγιος γίνεται αμαρτωλός ούτε ο αμαρτωλός άγιος. Και γίνεται τότε και κάποια κρίση, αυτή που λέμε εδώ μερική κρίση. Δηλαδή χωρίζονται οριστικά οι δίκαιοι από τους αμαρτωλούς και η ψυχή ζωντανή και με όλες τις αισθήσεις και δυνάμεις της προαισθάνεται και προγεύεται και δοκιμάζει τα αγαθά του Παραδείσου, όπως είπαμε. Του αμαρτωλού η ψυχή προγεύεται και αυτή και δοκιμάζει τα φοβερά δεινά της κόλασης. Στην προς Εβραίους επιστολή του ο απόστολος Παύλος λέει τα εξής χαρακτηριστικά ως προς την απόλαυση των αγαθών του Παραδείσου από τους δίκαιους· “Και ούτοι πάντες (οι δίκαιοι δηλαδή) μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι” (Εβρ. ια’ 39, 40). Και αυτή είναι η μερική κρίση. Ο προσωρινός, έστω και αν κρατήσει χιλιάδες χρόνια, χωρισμός των δικαίων από τους αδίκους και η προαπόλαυση του Παραδείσου από τους πιστούς, καθώς επίσης και της κόλασης από τους άπιστους και αμετανόητους αμαρτωλούς. Και αυτό σύμφωνα με όσα έπραξε στην επίγεια ζωή του ο άνθρωπος. Έπραξε καλά; Καλά πορεύεται πλησίον του Θεού και απολαμβάνει και χαίρεται και ευφραίνεται ευθύς μετά το θάνατό του (1). Έπραξε κακά; Χωρίζεται από τον Θεό και κολάζεται και δοκιμάζει θλίψη και οδύνη και πριν γίνει η δεύτερη παρουσία και λάβει χώρα και η γενική κρίση (2).
* * *
(1) Ως προς την προαπόλαυση των αγαθών της βασιλείας του Θεού από τους δίκαιους, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: “Ψυχή πάσα καλή τε και θεοφιλής… του συνδεδεμένου λυθείσα σώματος… (κάθε ψυχή καλή και θεοφιλής, όταν λυθεί με τον θάνατο από τα δεσμά του σώματος), ευθύς δε (με το θάνατο) εν συναισθήσει και θεωρία του μέλλοντος αυτή καλού γενομένη θαυμασίαν τινά ηδονή ήδεται και αγάλλεται (δοκιμάζει ευθύς αμέσως τη χαρά και ευχαρίστηση που θα απολαύσει σε τέλειο βαθμό στο μέλλον)… και οίον ήδη τη φαντασία καρπούται την αποκειμένην μακαριότητα· μικρόν δ’ ύστερον και το συγγενές σαρκίον απολαυούσα τούτω συγκληρονομεί της εκείθεν δόξης”. (Και τώρα, ευθύς με το θάνατο, μικρό απολαμβάνει. Έπειτα, όταν ξαναπάρει με την ανάσταση των νεκρών το σαρκίο, θα απολαύσει το τέλειο). Και ο ιερός Χρυσόστομος· “Εκεί δε διηνεκώς οι παρόντες ορώσι τον βασιλέα Θεό… και παρόντα και τη της ιδίας δόξης λαμπρότητι κοσμούντα τους συνόντας άπαντας”. Το ότι δε ο πιστός και δίκαιος μετά θάνατο βρίσκεται ευθύς αμέσως με το Χριστό, το βεβαιώνει περισσότερο από κάθε άλλο ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, ο οποίος λέει· “εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος… συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι” (Φιλιπ. α’ 21, 23).
(2) Αυτό το διασαφηνίζουν καλώς οι άγιοι Πατέρες Χρυσόστομος και Αυγουστίνος και λένε: “Ουδείς των ενταύθα μη διαλυσαμένων τα αμαρτήματα, απελθών εκεί δυνήσεται τας επί τούτοις ευθύνας διαφυγείν (κανείς αμετανόητος δεν θα μπορέσει μετά θάνατο να διαφύγει τις ευθύνες των πράξεών του)· αλλ’ ώσπερ οι από των δεσμωτηρίων τούτων μετά των αλύσεων προσάγονται εις το δικαστήριον, ούτω αι ψυχαί πάσαι, όταν εντεύθεν απέλθωσι, τας ποικίλας περικείμεναι σειράς των αμαρτημάτων, επί το βήμα άγονται το φοβερόν”.

Ο θάνατος και η συντέλεια του κόσμου


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗΣ (ΤΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΑ)
— — —
Τελείωσαν λοιπόν όλα, όσα ήταν αναγκαία να γίνουν, για να σωθεί ο άνθρωπος που ξέπεσε από τη χάρη και τιμή, όπου τον είχε βάλει ο Θεός, για να σωθούμε όλοι εμείς οι αμαρτωλοί και ένοχοι απέναντι στο Θεό. Τώρα η αιώνια σωτηρία μας είναι εξασφαλισμένη, ο δρόμος του Παραδείσου ανοικτός για όλους μας και η βασιλεία των Ουρανών κληρονομία όλων των πιστών. Τι περιμένουμε για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά και να βρεθούμε εμείς ένδοξοι πολίτες του Παραδείσου και μακάριοι κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών, που είναι η βασιλεία του Θεού και Πατέρα μας; Δύο πράγματα περιμένουμε· το θάνατο το δικό μας και τη δεύτερη παρουσία του Κυρίου μας.
Βέβαια αφού, όπως λέει και ο θεόπνευστος Απόστολος, “απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν” (Εβρ. θ’ 27), θα περάσει και θα φύγει, έτσι σαν όνειρο και φαντασία, ο παρών βίος και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε θα βρεθούμε προ του θανάτου και του τάφου. Θα έλθει απρόσκλητος ο σκληρός και αδυσώπητος αυτός επισκέπτης που λέγεται θάνατος· με το φοβερό δρεπάνι που κρατά στα χέρια του θα μας θερίσει όλους, τον καθένα με τη σειρά του. Έτσι θα φύγουμε από την παρούσα ζωή για να βρεθούμε στην άλλη. Από την πρόσκαιρη στη μέλλουσα και αιώνια. Θα φύγουμε, για να παρουσιαστούμε ενώπιον του Θεού. Και αυτό θα γίνεται με όλους τους ανθρώπους, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Τότε, στη συντέλεια των αιώνων, “πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα”, δε θα έχουμε πεθάνει όλοι οι άνθρωποι, όπως λέει ο θείος Απόστολος, “πάντες δε αλλαγησόμεθα”, θα αλλάξουμε και από φθαρτοί θα γίνουμε άφθαρτοι (Α’ Κορινθ. ιε’ 51). Θα σαλπίσει η σάλπιγγα του Αρχαγγέλου και τότε θα γίνουν αυτά. Αλλά θα γίνει συγχρόνως και η αλλαγή του κόσμου, όπως το λέει ο ψαλμωδός στους ψαλμούς του· “αυτοί (οι ουρανοί δηλαδή) απολούνται… και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται” (Ψαλμ. ρα’ 27), και όπως προαναγγέλλουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, ότι πρόκειται να γίνουν κατά τη συντέλεια του κόσμου και τη δεύτερη παρουσία Χριστού (Ματθ. κδ’ 29-35 – Μάρκ. ιγ’ 24-27 – Λουκ. Κα’ 25-27). Όλα θα φθαρούν και θα λάβουν νέα, ανώτερη μορφή και σύσταση. Θα αλλάξει η γη και ο άνθρωπος δεν θα υπάρχει πλέον πάνω στη γη. Τότε θα γίνει η τελείωση των πάντων, έμψυχων και άψυχων, υλικών και πνευματικών, τότε και η τελείωση του έργου της απολύτρωσης του ανθρώπου. Ό,τι έγινε και γίνεται για να σωθεί ο άνθρωπος και ασφαλισθεί στη βασιλεία του Θεού, θα γίνεται έως τότε. Μόνο έως τότε. Από της ώρας εκείνης τελειώνουν τα πάντα. Όποιος αποδέχθηκε με πίστη και αφοσίωση στο Χριστό τη σωτηρία, την αποδέχθηκε και σώθηκε. Και όποιος την απέρριψε και αρνήθηκε να αναγνωρίσει Σωτήρα και Θεό του το Χριστό, απέρριψε τη σωτηρία και καταδικάσθηκε. Ο πιστός στον Παράδεισο. Ο άπιστος και αμετανόητος αμαρτωλός στην κόλαση. Μεταβολή και μετάνοια στην άλλη ζωή δεν μπορεί να γίνει. Αυτή είναι η τελείωση των πάντων.

Το μυστήριο του Ευχελαίου


Το Ευχέλαιο ή Άγιο Έλαιο είναι το τελευταίο μυστήριο και είναι και αυτό θεοσύστατο, για το οποίο υπάρχει στην Αγία Γραφή σαφής παραγγελία του αγίου αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου να γίνεται. Υπάρχουν και στην Ιερή Παράδοση μαρτυρίες, ότι ανέκαθεν γινόταν ως μυστήριο της Εκκλησίας. Η παραγγελία και σύσταση του Αδελφοθέου είναι αυτή: “ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα (τον άρρωστο δηλαδή), καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.” (Ιακ. ε’ 14-15). Από την Ιερή Παράδοση έχουμε μαρτυρίες του Ωριγένη και του αγίου Χρυσοστόμου, οι οποίοι αναφέρουν, ότι το μυστήριο αυτό γινόταν και η χρίση με άγιο έλαιο των ασθενών μάλιστα λάμβανε χώρα συνδυασμένη με μετάνοια και εξομολόγηση.
Από αυτά φαίνεται και ποιος είναι ο ιερός σκοπός του μυστηρίου αυτού. Πρώτον, η σωματική θεραπεία και ίαση του ασθενή· “καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος”, λέει ο θείος Ιάκωβος. Και δεύτερον, η συγχώρηση των αμαρτιών του, αφού βέβαια γίνεται και εξομολόγηση μαζί με το ευχέλαιο. Είναι αναγκαία και εδώ η εξομολόγηση του αρρώστου, αλλά και των οικείων του ακόμη που κάνουν το Ευχέλαιο για την ίαση και θεραπεία του, διότι είναι πιθανό να έχει υποπέσει σε αμαρτήματα ο ασθενής και αυτές οι αμαρτίες του να στέκουν αφορμή και αιτία της ασθένειάς του. Πρέπει λοιπόν να φύγει η αιτία της ασθένειας, για να επέλθει και με τη χάρη του Ευχελαίου η θεραπεία από την ασθένεια. Αλλά και των οικείων και συγγενών του είναι προς αυτό αναγκαία η εξομολόγηση, διότι χρειάζεται και αυτοί που ζητούν τη θεραπεία του αρρώστου τους να είναι μετανοημένοι και εξομολογημένοι. Τότε πιάνει και ο λόγος του Αποστόλου που λέει· “κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ”, πάλι κατά το λόγο του Ιακώβου. Λέει και μία ευχή του ιερού μυστηρίου· “Πάτερ άγιε, ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων, ο πέμψας τον μονογενή σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ιώμενον και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι και τον δούλον σου (τούτον) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής και ψυχικής ασθενείας, και ζωοποίησον αυτόν διά της χάριτος του Χριστού σου”.
Στο μυστήριο του Ευχελαίου τα ορατά στοιχεία είναι το λάδι, η ευχή της Εκκλησίας και η σταυροειδής χρίση του ασθενούς με το άγιο έλαιο. Αόρατο δε η αόρατη θεία Χάρη, η οποία και τον ασθενή θεραπεύει, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, και την άφεση αμαρτιών χορηγεί με την προϋπόθεση που αναφέραμε, της μετάνοιας και εξομολόγησης. Προς διασαφήνιση αυτού λέει και η Ορθόδοξη ομολογία του Μογίλα, ότι “καλόν και πάντοτε η θεραπεία του σώματος να μη γίνεται, αλλ’ η άφεσις των αμαρτιών της ψυχής πάντοτε εις τον μετανοούντα ακολουθεί”.
Οι Λατίνοι το μυστήριο του Ευχελαίου το κάνουν μόνο σε όσους είναι βαριά ασθενείς και ετοιμοθάνατοι. Εμείς οι Ορθόδοξοι το κάνουμε πάντοτε, και σε ελαφρές ακόμη ασθένειες, και μάλιστα τη Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα για όλους τους πιστούς, ασθενείς και υγιείς, και όλοι χριόμαστε από τους ιερείς μας με το άγιο έλαιο “εις ίασιν ψυχής και σώματος”. Αλλά και τότε προαιρετικό είναι το μυστήριο και όχι υποχρεωτικό. Δηλαδή μετέχει σε αυτό όποιος θέλει και αισθάνεται την ανάγκη. Καλό όμως είναι όλοι να μετέχουμε και όλοι να παίρνουμε την αγία χρίση, διότι μυστήριο της αγίας μας Εκκλησίας είναι και πάντοτε ωφέλεια προξενεί στον πιστό και ευλαβή Χριστιανό. Ιδιαιτέρως το κάνουμε το μυστήριο του Ευχελαίου σε όσους ψυχορραγούν και αντιμετωπίζουν το θάνατο, για να ενισχυθεί η ψυχή στον τελευταίο κατά του θανάτου αγώνα της.

Το μυστήριο του Γάμου


Ο γάμος ως μυστήριο είναι πράξη ιερή και αγία. Στηρίζεται στο φυσικό δεσμό, τον οποίο δημιουργεί η αμοιβαία συγκατάθεση εκείνων (άνδρα και γυναίκας), οι οποίοι έρχονται σε κοινωνία γάμου. Αυτός ο φυσικός δεσμός αποβαίνει ιερός και πνευματικός δεσμός, όταν αγιάζεται και εξυψώνεται στην αξία του μυστηρίου με την ιερολογία και τις ευχές της Εκκλησίας. Ο φυσικός δεσμός —η φυσική ένωση άνδρα και γυναίκας— και αυτός είναι εκ Θεού, για να αυξάνεται και πληθύνεται το ανθρώπινο γένος, όπως λέει και μία ευχή του γάμου, ότι “σον θέλημα, Θεέ μου, είναι η έννομος συζυγία και η εξ αυτής παιδοποιΐα”. Αλλά αυτό κατανόησε ευθύς εξ αρχής και ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, όταν είδε την πρώτη γυναίκα, την Εύα, η οποία μάλιστα ήταν αναπλασμένη από τον ίδιο το Θεό από την πλευρά του Αδάμ. Τότε φωτιζόμενος από το Πνεύμα του Θεού ο Αδάμ είπε· “Τοῦτο νῦν (η γυναίκα δηλαδή είναι) ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη· ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν” (Γενέσ. β’ 23, 24). Και βέβαια πρώτος ο Θεός ένωσε το πρώτο ανδρόγυνο και ο Θεός ιερούργησε τρόπον τινά το γάμο τους μέσα στον Παράδεισο με την ευχή που έδωσε και στους δύο, τον άνδρα και τη γυναίκα· “αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς” (Γενέσ. α’ 28).

Σύσταση του μυστηρίου

Το γάμο ανήγαγε σε Μυστήριο ο Σωτήρας στην Καινή Διαθήκη και με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και με όσα είπε ως προς το αδιάλυτο του γάμου προς τους φαρισαίους που τον πείραζαν. Τι είπε τότε; “Οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν, ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ… (και τα άλλα που αναφέραμε παραπάνω πως είπε ο Αδάμ, όταν αντίκρισε την Εύα). Και πρόσθεσε ο Χριστός προς τους φαρισαίους· “ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σάρξ μία. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω” (Ματθ. ιθ’ 4-6). Και βέβαια ρητώς στην Καινή Διαθήκη δεν ονομάζεται ο γάμος μυστήριο, παρά μόνο παραβάλλεται από τον απόστολο Παύλο προς τη μυστική ένωση του Νυμφίου Χριστού προς τη νύμφη Εκκλησία, για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς τη γυναίκα. Και προσθέτει· “τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν” (Εφεσ. ε’ 32). Δηλαδή εικόνα και ομοίωση της μυστικής ένωσης του Χριστού με την Εκκλησία ήταν η τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας, στην αρχή της δημιουργίας, με ιερό δεσμό και εκείνη, όπως με μυστηριώδη έννοια και αυτή. Πάλι δηλαδή αποδίδει ιερότητα μυστική και στο γάμο ο απόστολος Παύλος με την παρομοίωση που κάνει. Αλλά και η ιερή Παράδοση ανέκαθεν παραδέχθηκε και ως μυστήριο ιερούργησε το γάμο, τη σύζευξη άνδρα και γυναίκας. Λέει ο Μέγας Βασίλειος στην “Εξαήμερό” του· “ο της φύσεως δεσμός (γίνεται) ο διά της ευλογίας ζυγός”. Και ο Μέγας Φώτιος· “ουδέ γαρ η συνάφεια, αλλ’ η της ευχής τελετή ποιεί την μνηστείαν εις γάμον λογίζεσθαι”.
Ο Γάμος είναι ισόβιος δεσμός, έχει το αδιάλυτο, εκτός αν συμβεί το φοβερό αμάρτημα της συζυγικής απιστίας, η μοιχεία, την οποία ως μόνο λόγο διάλυσης ο Κύριος και η Εκκλησία του αναγνωρίζει. “Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι” (Ματθ. ε’ 32). Και εδώ έχουμε διαφορά στο ζήτημα του γάμου με τους Λατίνους, διότι αυτοί, και αν συμβεί μοιχεία, δεν δίνουν διαζύγιο, όπως δίνει την άδεια ο Χριστός, αλλά ορίζουν χωρισμό ισόβιο “από κοίτης και τραπέζης”. Είναι λοιπόν ο γάμος αδιάλυτος, εκτός του ανωτέρω λόγου, “συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία”, όπως όρισε ο νομομαθής Μοδεστίνος, με ύψιστο σκοπό την αλληλοσυμπλήρωση του ανδρόγυνου και την τεκνογονία, προς διαιώνιση του ανθρώπινου γένους. Και ορατά μεν σημεία του μυστηρίου είναι η αμοιβαία συναίνεση και συγκατάθεση του άνδρα και της γυναίκας, για να έλθουν σε γάμο. Είναι και η τελετή της Εκκλησίας με τα στέφανα με τα οποία τους στεφανώνει και με τις ευχές και ευλογίες της. Αόρατο είναι η θεία Χάρη που αγιάζει και στερεώνει και συσφίγγει το φυσικό δεσμό του γάμου. Περιττό να προσθέσουμε, ότι ο γάμος δεν μπορεί να γίνει αν υπάρχουν συγγενικά κωλύματα και χωρίς την άδεια του επισκόπου, όπως λέει και ο άγ. Πολύκαρπος. Ο πολιτικός λεγόμενος γάμος είναι ξένος προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και απόβλητος. Ομοίως απαγορεύεται και ο γάμος μετά τη χειροτονία. Οι Ορθόδοξοι, αν θέλουν να είναι πιστά και ζώντα μέλη της Εκκλησίας τους, έχουν ιερό χρέος να τηρούν απαρεγκλίτως τα όσα ορίζει η Εκκλησία τους.

Το μυστήριο της Ιεροσύνης


Η αξία του μυστηρίου

Η Ιεροσύνη είναι το μυστήριο εκείνο, το οποίο είναι ενταγμένο στη θεία Λειτουργία, δηλαδή ιερουργείται κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και σε διάφορες στιγμές της, κατά το βαθμό της Ιεροσύνης, στον οποίο προάγεται ο χειροτονούμενος. Κατά την ώρα εκείνη δια της επιθέσεων των χειρών του επισκόπου στον χειροτονούμενο και διά της επίκλησης της θείας Χάρης, πράγματι· “Η θεία Χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται” τον προσαγόμενο στον επίσκοπο σε ένα από τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης, στο βαθμό του διακόνου, πρώτον, του πρεσβυτέρου, δεύτερον, και του επισκόπου, τρίτον. Αυτός είναι και ο τελευταίος και ύψιστος βαθμός της ιεροσύνης. Βεβαίως πηγή της θείας Χάρης, όπως και πηγή της Ιεροσύνης είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής και Σωτήρας μας, ο μόνος στην πραγματικότητα και αιώνιος Αρχιερέας της Εκκλησίας. Εκείνος ως αρχιερέας πρόσφερε πρώτος τη μία και αιώνια θυσία επί του σταυρού υπέρ των αμαρτιών μας, στη συνέχεια οι διάδοχοι του Μεγάλου Αρχιερέα, του Σωτήρα Χριστού, αρχιερείς και ιερείς, δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, παρά τη μία και μόνη, την αιώνια ιεροσύνη του Χριστού λαμβάνουν, όταν χειροτονούνται. Αυτή, την ιεροσύνη του Χριστού, φέρουν στη ζωή τους όλη. Με αυτή ιερουργούν τα θεία μυστήρια της Εκκλησίας. Όχι λοιπόν δική τους, αλλά την ιεροσύνη και αρχιεροσύνη του Χριστού διαχειρίζονται και εν ονόματι αυτής και με αυτή διακονούν την Εκκλησία. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς με πόσο σεβασμό πρέπει να την φέρουν, πόση ευλάβεια να αισθάνονται προς αυτή, πόση τιμή, πόση χάρη να της αποδίδουν και με πόσο φόβο να διαχειρίζονται τη θεία εξουσία. Αλλά και οι Χριστιανοί με σεβασμό να φέρονται προς τους ιερωμένους τους και μεγάλη τιμή να τους αποδίδουν, αφού η ιεροσύνη που φέρουν είναι του Χριστού και όχι δική τους.

Σύσταση του μυστηρίου

Το μυστήριο της Ιεροσύνης είναι θεοσύστατο και αυτό, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος το συνέστησε. Και το συνέστησε και όταν ξεχώρισε τους Δώδεκα Αποστόλους του, για να αποτελούν αυτοί το άμεσο περιβάλλον του και γίνουν έπειτα οι διάδοχοι και συνεχιστές του έργου του. Κυρίως όμως όταν τους μετέδιδε μετά την Ανάστασή του καθώς και την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα του και τους παρέδιδε την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών, όπως είδαμε στο μυστήριο της μετάνοιας, η οποία ήταν αυτή η εξουσία της ιεροσύνης. Το ίδιο ακόμη έκαναν κατόπιν προς διαδοχή δική τους οι άγιοί του Απόστολοι· “χειροτονήσαντες αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις όν πεπιστεύκασι” (Πράξ. ιδ’ 23). Αυτό έκαναν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας στους Χριστιανούς της Δέρβης, του Ικονίου, της Αντιόχειας. Λέγεται ακόμα χειροτονία, διότι γίνεται με την επίθεση των χειρών των αποστόλων ή των επισκόπων πάνω στο κεφάλι του χειροτονούμενου. “Προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας” (Πράξ. στ’ 6, ιγ’ 3). Ομοίως και ο Τιμόθεος διά χειροτονίας, με επίθεση δηλαδή των χειρών του Παύλου και του πρεσβυτερίου έλαβε το αξίωμα του επισκόπου. Και αυτό γράφει ο Παύλος· “μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος (του επισκόπου δηλαδή), ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου” (Α’ Τιμόθ. δ’ 14). Και πάλι του υπενθυμίζει να αναζωπυρώνει το χάρισμα της ιεροσύνης, “το χάρισμα του Θεού, λέει, ό εστιν εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου” (Β’ Τιμόθ. α’ 6). Και αυτό, η επίθεση των χειρών δηλαδή στον χειροτονούμενο και οι ευχές που αναγιγνώσκονται και ακούγονται κατά την ώρα της χειροτονίας από τον Επίσκοπο, είναι τα αισθητά, τα ορατά στοιχεία του μυστηρίου, αόρατο δε και υπερφυσικό στοιχείο μένει η θεία Χάρη. Η ιεροσύνη λέγεται ακόμη και καθιέρωση, διότι καθιερώνεται ο χειροτονούμενος στην ιερή διακονία και χάρη της Εκκλησίας, λέγεται και τελεσιουργία και ιερατική τελείωση, διότι δι’ ιερής τελεσιουργίας καθιερώνεται και καταρτίζεται στον ύψιστο και θείο αυτό διακόνημα και αξίωμα.
Λέμε πως είναι θείο το αξίωμα, διότι όχι κυρίως άνθρωποι, αλλ’ ο Θεός διά μέσου ανθρώπων, των επισκόπων, καλεί και καθιερώνει στην Εκκλησία του τους λειτουργούς του. Όταν ο Παύλος κάλεσε στη Μίλητο τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου για να τους συστήσει πλήρη επαγρύπνηση πάνω στη ζωή και πορεία των Χριστιανών τους, τους είπε· “Προσέχετε εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού” (Πράξ. κ’ 28). Θεόσδοτο, λοιπόν, θείο αξίωμα και όχι κοσμικό. “Και η Ιεροσύνη τελείται επί της γης, όπως λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τάξιν δε επουρανίων έχει πραγμάτων”. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σπεύδει ο άνθρωπος στο αξίωμα αυτό, στην Ιεροσύνη, αλλά να περιμένει, είτε δι’ εσωτερικής κλίσεως, η οποία δεν είναι πάντοτε ασφαλής, είτε διά προσώπων εκλεκτών του και καλών περιστάσεων να τον καλέσει ο Θεός στην ύψιστη διακονία. Και είναι μεν αληθές, ότι θεόπνευστο και άξιο προσοχής το θείο λόγιο του Παύλου· “ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί” (Α’ Τιμόθ. γ’ 1). Αλλά θεόπνευστος πάλι λόγος του Παύλου είναι και το “ουχ εαυτώ τις λαμβάνει τιμήν (της Ιεροσύνης), αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών” (Εβρ. Ε’ 4). Να μη σπεύδει λοιπόν κανείς και πολύ περισσότερο να μη χρησιμοποιεί μέσα και δωροδοκίες, οπότε καταντά και “σιμωνιακός” και επομένως ανάξιος της τιμής και χάρης. Εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη της χειροτονίας του υποψηφίου “εξετάζειν πρότερον χρη του χειροτονουμένου τον βίον, είθ’ ούτω καλείν επ’ αυτόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος”. Όπως έκαναν οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να εκλέξουν τους επτά διακόνους. Κάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν· “Επισκέψασθε άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά (εξετάστε να βρείτε επτά άνδρες από σας)” (Πράξ. στ’ 3). Με καλή μαρτυρία δηλαδή, πιστούς, σεμνούς, αγίους, άξιους της χάρης και διακονίας αυτής. Διότι μόνο οι άγιοι και οι άξιοι πρέπει να εκλέγονται και να προάγονται στους βαθμούς της Ιεροσύνης (1).
*  *  *
Υποσημειώσεις
(1) Και στο μυστήριο αυτό της Ιεροσύνης έχουμε διαφορές με τους Προτεστάντες και Παπικούς και πρέπει να τις γνωρίζουμε. Και αυτές είναι, ότι οι μεν Προτεστάντες δεν έχουν Ιεροσύνη παρά μόνο πάστορες. Αυτοί δεν είναι ιερείς. Είναι ένα είδος ποιμένων και έργο έχουν να κηρύττουν το θείο λόγο και προεδρεύουν στη θρησκευτική κοινότητα. Οι Παπικοί αντίθετα προς τους Προτεστάντες υπερτονίζουν και εξαίρουν την τάξη των κληρικών εις βάρος του λαού. Γι’ αυτό, ενώ οι κληρικοί κοινωνούν και από τα δύο είδη της θείας Κοινωνίας (και από το Σώμα και από το Αίμα), στο λαό προσφέρουν μόνο όστιες, δηλαδή μόνο το σώμα, και αυτό αφού συμπληρώσει το 12ο έτος το παιδί. Επομένως και εδώ έχουμε μεγάλες διαφορές με αυτούς και είναι αδύνατη η Ένωση με εμάς τους Ορθοδόξους, αν δεν αποκηρύξουν τις κακοδοξίες τους αυτές.

Το μυστήριο της Μετάνοιας και Εξομολόγησης


Η ανάγκη του μυστηρίου

Είναι θεοσύστατο και το μυστήριο αυτό και από άκρα αγαθότητα και φιλανθρωπία συνέστησε ο Κύριος αυτό, για να συγχωρούνται οι μετά το βάπτισμα αμαρτίες των ανθρώπων. Γι’ αυτό καιδεύτερο βάπτισμα καλείται (1). Καλείται ακόμα και Μετάνοια, εξομολόγηση, εξαγόρευση. Από τις ονομασίες αυτές καταλαβαίνει ο καθένας μας ποιοι είναι οι ουσιώδεις και απαραίτητοι όροι του μυστηρίου αυτού της άφεσης των αμαρτιών. Πρώτον μετάνοια, δηλαδή εσωτερική μεταβολή των σκέψεων και φρονημάτων και αισθημάτων. Πλήρης αναγνώριση της ευθύνης και ενοχής για όσα κακά διέπραξε ο αμαρτωλός, συναίσθηση δηλαδή της αμαρτωλότητάς του και βαθιά λύπη και συντριβή, συντριβή καρδιάς μέχρι πόνου και δακρύων για τα πταίσματα και ανομήματά του. Δεύτερον·εξομολόγηση, δηλαδή ενώπιον του πνευματικού, του ιερέα και λειτουργού του μυστηρίου, εξωτερίκευση της εσωτερικής της ψυχής του μετάνοιας και κατάνυξης και συντριβή και η με πολλά δάκρυα και βαθιά ταπείνωση ομολογία της ενοχής του και εκζήτηση του θείου ελέους και της άφεσης των αμαρτιών του. Και τρίτον, η εξαγόρευση των αμαρτιών του, το οποίο δεν διαφέρει από την εξομολόγηση και το οποίο θα πει να μην κρύβει κανένας τα αμαρτήματά του, ή διότι ντρέπεται και γι’ αυτό διστάζει ή και αποφεύγει να τα απαριθμήσει ένα προς ένα ή διότι φοβάται μη μαθευτούν τάχα και έχει έπειτα αυτές ή εκείνες τις συνέπειες, που θα του κοστίσουν πολύ. Η απαρίθμηση κατά σειρά και με βαθιά κατάνυξη και συντριβή των μεγάλων και μικρών παρεκτροπών και ηθικών του παραβάσεων και πτώσεων είναι απαραίτητη. Έπειτα η ομολογία ότι αυτός είναι ο ένοχος όλων των κακών που έπραξε, αυτός και κανείς άλλος, και να ζητήσει για το κάθε αμάρτημά του και την άφεση από το Θεό, να ζητήσει και οδηγίες, συμβουλές και νουθεσίες από τον πνευματικό εξομολογητή του, ώστε να μην υποπέσει πάλι στα ίδια παραπτώματα και ανομήματα, είναι στοιχείο που θα του εξασφαλίσει την περαιτέρω χριστιανική ζωή, τη ζωή της συνεχούς μετάνοιας και προόδου στην αρετή. Τότε όντως μετανοεί ο αμαρτωλός. Τότε, και εφόσον υποβάλλει τον εαυτό του στους τρεις αυτούς όρους της αληθινής μετάνοιας, λαμβάνει παρά του Θεού μέσω του εξομολόγου “συγγνώμην και άφεσιν αμαρτιών” και ελαφρώνεται η συνείδησή του και ειρηνεύει η ψυχή του, φεύγει το βάρος και η αγωνία της ενοχής που τον καταπίεζε και αισθάνεται πλήρη την ειρήνη και ανάπαυση, πλήρη την ευλογία και χάρη του Θεού στη ζωή του.

Σύσταση του μυστηρίου

Τονίζουμε και επαναλαμβάνουμε, ότι η εξομολόγηση ενώπιον του ιερέως, του πνευματικού πρέπει να γίνει, διότι αυτός είναι εντεταλμένος προς αυτό λειτουργός του μυστηρίου, αυτός και κανείς άλλος. Ο Κύριος ίδρυσε και συνέστησε το μυστήριο αυτό, όταν είπε στον Πέτρο το “ό εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς” (Ματθ. ιστ’ 19). Και κυρίως, όταν μετά την Ανάστασή του δίνοντας και Πνεύμα Άγιο σε όλους τους Αποστόλους του είπε· “Λάβετε Πνεύμα Άγιον· άν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, άν τινων κρατήτε, κεκράτηνται” (Ιωάν. κ’ 22-23). Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου αποτελούν την ιδρυτική πράξη του θείου μυστηρίου. Με τους λόγους του αυτούς δίνει στους Αποστόλους του την εξουσία να κρατούν και να λύουν τις αμαρτίες των ανθρώπων. Δική του θεία εξουσία είναι η άφεση των αμαρτιών, όπως και με το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού της Καπερναούμ το απόδειξε στους μοχθηρούς και κακεντρεχείς γραμματείς και φαρισαίους, που διαμφισβητούσαν την εξουσία του αυτή. Και τότε, πριν κάνει το θαύμα, τους είπε· “ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας”, τότε κάνει το θαύμα προς απόδειξη της εξουσίας του αυτής και “λέγει τω παραλυτικώ· σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου” (Μάρκ. β’ 10, 11). Του Κυρίου λοιπόν η εξουσία, θεία και φιλάνθρωπη εξουσία, απορρέουσα βεβαίως από τη θεότητά του, αλλά και από την εξιλαστήρια υπέρ των ανθρώπων σταυρική του θυσία, την οποία πρόσφερε προς άφεση των αμαρτιών των αμαρτωλών και ένοχων ανθρώπων. Και αυτή του την εξουσία ο φιλάνθρωπος Κύριος την μεταβίβασε στους αγίους του Αποστόλους, όπως είδαμε. Έπειτα, για να μείνει η εξουσία του αυτή στην Εκκλησία του, μέσω των Αποστόλων την μεταβίβασε στους διαδόχους τους, τους ποιμένες της Εκκλησίας, τους επισκόπους και πρεσβυτέρους. Και μόνο αυτοί ως κανονικοί διάδοχοι των Αποστόλων έχουν την εξουσία να παρέχουν άφεση. Και πράγματι, έπειτα από μετάνοια και εξομολόγηση βαθιά και ειλικρινή, όπως είπαμε, παρέχουν την άφεση στον εξομολογούμενο με συντριβή και την παρέχουν με την ευχή της άφεσης. Το ότι ούτε Άγγελοι ούτε άλλοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να συγχωρούν αμαρτίες, παρά μόνο οι ιερείς, λέει και τονίζει αυτό ο ιερός Χρυσόστομος: “Ου γα προς εκείνους (τους Αγγέλους δηλαδή) είρηται· όσα αν δήσητε κλπ. Έχουσι μεν γαρ και οι κρατούντες επί της γης την του δεσμείν εξουσίαν, αλλά σωμάτων μόνον· ούτος δε ο δεσμός αυτής άπτεται της ψυχής, και διαβαίνει τους ουρανούς, και άπερ αν εργάσωνται κάτω οι ιερείς, ταύτα ο Θεός άνω κυροί (επικυρώνει), και την των δούλων γνώμη ο Δεσπότης βεβαιοί… ούτοι δε ου λέπραν σώματος, αλλ’ ακαθαρσίαν ψυχής, ουκ απαλλαγείσαν δοκιμάζειν, αλλ’ απαλλάττειν παντελώς έλαβον εξουσίαν”. Και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας· “Και καθ’ έτερον τρόπον (οι πνευματοφόροι πατέρες) αφιάσί τε και κρατούσιν αμαρτίας, επιτιμώντες μεν αμαρτάνουσι τοις της Εκκλησίας τέκνοις, μετανοούντες δε συγγινώσκοντες”. Και με διαφορετικό τρόπο οι θεοφώτιστοι πατέρες, οι πνευματικοί δηλαδή, συγχωρούν, αλλά και αφήνουν επιτίμια στα τέκνα της Εκκλησίας που αμαρτάνουν, αλλά δεν μετανοούν ειλικρινά, συγχωρούν δε εκείνους οι οποίοι πράγματι μετανοούν και συντρίβονται για τις αμαρτίες τους. Και στον Ποιμένα των αποστολικών χρόνων γράφεται· “Πάσι δε τοις αγίοις άφεσιν επάγει τοις αμαρτήσασι μέχρι ταύτης της ημέρας εάν εξ όλης καρδίας μετανοήσωσι”.
Τώρα, εάν επιδείξει πλήρη και τέλεια μετάνοια ο εξομολογημένος, λαμβάνει από τον ιερά την άφεση. Εάν δεν επιδείξει τη μετάνοια που πρέπει, ο πνευματικός του επιβάλλει και μερικά επιτίμια κατά την κρίση του, π. χ. νηστεία, μελέτη πνευματικών βιβλίων και ιδίως της Αγίας Γραφής, προσευχή, ελεημοσύνη κλπ. Αυτά έχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα. Δηλαδή έχουν σκοπό να υποβοηθήσουν τον μετανοούντα για να συνέλθει πλήρως και παρουσιάσει τέλεια μετάνοια, για να λάβει και τέλεια συγχώρηση. Ο ιερός Χρυσόστομος προτρέποντας τον αμαρτωλό σε μετάνοια με στοργικό ενδιαφέρον για τη σωτηρία του του λέει· “Είσελθε εις την εκκλησίαν και εξάλειψον την αμαρτία. Ιατρείο γάρ εστι ενταύθα, ου δικαστήριο”. “Μη αισχυνθής πάλι εισελθείν εις την εκκλησίαν· αισχύνου αμαρτάνων, μη αισχύνου μετανοών”. Να ντρέπεσαι να αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι να μετανοείς. “Ούτω και επί της εξομολογήσεως των αμαρτιών και επί των ευχών των μετά εκτενείας γενομένων συμβήσεται” (2).
* * *
Υποσημειώσεις
(1) Και πριν συσταθεί από τον Κύριο το μυστήριο αυτό, τόσο ο Πρόδρομος Ιωάννης, όσο και ο ίδιος ο Κύριος, όσο και οι άγιοι Απόστολοι έπειτα, σε μετάνοια καλούσαν τους ανθρώπους. “Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών”· “Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω Ευαγγελίω”· “Μετανοήσατε, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών” (Ματθ. γ’ 2, δ’ 17, Μάρκ. α’ 15, Πράξ. β’ 38).
(2) Στο μυστήριο της μετάνοιας και εξομολόγησης έχουμε μέγιστη διαφορά με τους προτεστάντες. Αυτοί το έχουν καταργήσει το μυστήριο και τι θα πει εξομολόγηση δεν γνωρίζουν, διότι δεν εξομολογούνται ποτέ. Δεν προσέχουν καθόλου τους λόγους του Κυρίου, με τους οποίους ίδρυσε το μυστήριο και έδωσε την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών στους μαθητές Του. Αυτοί δίνουν οι ίδιοι άφεση στον εαυτό τους. Είναι και αυτό μία από τις πολλές τους αιρέσεις, που δημιουργούν χάσμα αγεφύρωτο μεταξύ ημών των Ορθοδόξων και των Προτεσταντών.
Στην ίδια περίπου κατηγορία ανήκουν και εκείνοι από τους Ορθοδόξους που μόνοι τους έχουν καταργήσει την εξομολόγηση για τον εαυτό τους. Ισχυρίζονται, ότι εξομολογούνται στην εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας, ή ότι λένε τα αμαρτήματά τους στο Θεό απ’ ευθείας με την προσευχή τους. Αλλ’ ο Κύριος ούτε στην εικόνα του είπε να προσφεύγουμε για να παίρνουμε άφεση, ούτε την ατομική μας προσευχή όρισε ως μυστήριο εξομολόγησης. Την εξουσία της άφεσης, επομένως και το μυστήριο της μετάνοιας και εξομολόγησης το ανέθεσε στους ιερωμένους και ποιμένες της Εκκλησίας του. Όσοι δεν προστρέχουν εκεί, άφεση αμαρτιών ποτέ δεν λαμβάνουν.

Η θεία Ευχαριστία


Η σύσταση του μυστηρίου

Η θεία Ευχαριστία είναι το ύψιστο των μυστηρίων της Αγίας μας Εκκλησίας, το μυστήριο των μυστηρίων. Είναι το αιώνιο μυστήριο, του οποίου η αξία είναι ασύγκριτη και ανυπολόγιστη και η θέση του στη λατρεία της Εκκλησίας μας μοναδική και υπέροχη. Από αυτό το μυστήριο καθώς και από το άγιο Βάπτισμα αντλούν και όλα τα άλλα μυστήρια χάρη και δύναμη και συμβάλλουν και εκείνα στην αιώνια ψυχική λύτρωση και σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό το θειότατο μυστήριο συνέστησε ο ίδιος ο Κύριος με το Μυστικό Δείπνο “τη νυκτί” της Μεγάλης Πέμπτης, “εν ή παρεδίδοτο” στο θάνατο του σταυρού, για να συνεχίζεται στην Εκκλησία του διά μέσου των αιώνων, και μέχρι συντέλειας των αιώνων, η εξιλαστήριος θυσία του σταυρού του ως πηγή αφέσεως των αμαρτιών του κόσμου και ως κοινωνία του πανάχραντου Σώματός του και του τιμίου Αίματός του. Και αυτό για να μεταλαμβάνουν από το Ποτήριο της ζωής οι πιστοί του και να δέχονται μέσα τους ολόσωμο τον ίδιο των ζώντα Θεό και Λυτρωτή τους. Τότε, διά της κοινωνίας του μυστηρίου αυτοί γίνονται μέτοχοι ζωής άφθαρτης και αιώνιας.
Τα ιερά Ευαγγέλια αναφέρουν τη σύσταση του υπερφυούς μυστηρίου στο Ιωάννου στ’ 27-69, στο Ματθαίου κστ’ 20-29, στο Μάρκου ιδ’ 17-25, στο Λουκά κβ’ 14-38, και ο απόστολος Παύλος στην Α’ Κορινθίους ια’ 23-26. Σύμφωνα με τις ιερές αυτές περικοπές, ο Κύριος την νύκτα, κατά την οποία παρέδιδε τον εαυτό του στο θάνατο για τη σωτηρία του κόσμου, “λαβών τον άρτον και ευλογήσας έκλασε (έκοψε σε κομμάτια τον άρτο), και έδωκε τοις μαθηταίς αυτού και είπε· λάβετε, φάγετε· τούτο εστι το σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον (θυσιαζόμενο) εις άφεσιν αμαρτιών”. Και έπειτα “λαβών ποτήριον και ευχαριστήσας” τον ουράνιο Πατέρα και Θεό έδωσε στους μαθητές του λέγοντας· “πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γάρ εστι το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών”. Και πρόσθεσε τη σύσταση στους μαθητές του· “τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν”. Κρατήστε αυτό το μυστήριο διαρκή και αιώνιο θεσμό για τον αγιασμό και τη σωτηρία σας. Τα ίδια επαναλαμβάνει και ο απόστολος Παύλος ως προς τη σύσταση του αγίου μυστηρίου: “Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ό και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε· λάβετε φάγετε· τούτο μού εστι το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων· τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι· τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν”. Και προσθέτει ο Απόστολος του Κυρίου· “Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλετε, άχρις ού αν έλθη” (Α’ Κορινθ. ια’ 23-26). Επομένως το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι πραγματική αναπαράσταση του εξιλαστήριου θανάτου του Κυρίου, είναι ακόμη η συνέχιση και διαιώνιση του σωτήριου θανάτου του Κυρίου, δηλαδή αυτής της επί του σταυρού θυσίας. Και θα συνεχίζεται η αναπαράσταση αυτή μέχρι την δεύτερη παρουσία του Κυρίου. Μετά το θάνατο εκείνο και την Ανάσταση, επάνω στην αγία Τράπεζα τελείται αναίμακτος πλέον και όχι αιματηρά όπως στο σταυρό, και έτσι κηρύττεται στον κόσμο όλο πιστών και απίστων, ότι αυτός ο θάνατος, με το να είναι θάνατος εκούσιος, θάνατος του ενανθρωπήσαντος Αναμάρτητου και Αγίου Υιού του Θεού, του Θεανθρώπου Ιησού, είναι η ύψιστη και αγιότατη θυσία που πρόσφερε Εκείνος προς τον Πατέρα για τον εξιλασμό των αμαρτωλών και προς άφεση των αμαρτιών τους. Και αυτό το μυστήριο, που είναι -επαναλαμβάνουμε- η θυσία του σταυρού, είναι και το Πάσχα ημών των Χριστιανών, όπως ρητά αναφέρει ο θείος Παύλος, όταν λέει· “το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός” (Α’ Κορινθ. ε’ 7). Το δικό μας χριστιανικό Πάσχα είναι η σταυρική θυσία και Ανάσταση του Χριστού για μας. Και όπως λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· “όταν κοινωνείς (εννοεί αξίως), τότε Πάσχα επιτελείς”. Αυτό λοιπόν είναι το μεγάλο μυστήριο της Εκκλησίας μας, το οποίο και “Ευχαριστία” λέγεται, και “ευλογία” και “Κυριακό Δείπνο” και “Άγιο Ποτήριο” και “θεία Κοινωνία”, “θεία Μετάληψη” και “θυσία” και “προσφορά” και από την άποψη των σωτηρίων αποτελεσμάτων του “φάρμακο αθανασίας” και “εφόδιον ζωής αιωνίου” κ.ο.κ..

Η ιερουργία του μυστηρίου

Το μυστήριο ιερουργείται από το λειτουργό της Εκκλησίας πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αφού προηγουμένως ο ιερέας που λειτουργεί προσκομίσει άρτο και οίνο στην Αγία Πρόθεση και κατά τη θεία Λειτουργία και μάλιστα κατά τη μεγάλη είσοδο μεταφέρει αυτά από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα, τότε αρχίζει η αγία Αναφορά και ιερουργείται το φρικτό μυστήριο. Άρτος και οίνος λοιπόν χρησιμοποιείται από την Εκκλησία για την τέλεση και ιερουργία του μυστηρίου. Όπως ακριβώς και ο Κύριος άρτο και οίνον χρησιμοποίησε κατά το Μυστικό Δείπνο, οπότε παρέδωσε στην Εκκλησία του το μεγάλο αυτό μυστήριο της σωτηρίας. Και κατά την Αγία Αναφορά, τότε που παραγγέλλει ο λειτουργός “Πρόσχωμεν την αγίαν Αναφοράν, εν ειρήνη προσφέρειν”, -αναφορά είναι η τέλεση του φρικτού αυτού Μυστηρίου, και αυτή είναι η κρισιμότερη, καθώς είναι η ιερότερη ώρα και στιγμή της θείας Λειτουργίας- ο ιερέας, προσευχόμενος εκτενώς και με πολλή θέρμη ικετεύοντας το Θεό, ζητά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος πάνω στα τίμια εκείνα δώρα, για να μεταβάλει τον Άρτο σε Σώμα και τον οίνο σε Αίμα του Σωτήρα Χριστού. Να τα μεταβάλει σε αυτό το Σώμα που θυσιάστηκε πάνω στο σταυρό και σε αυτό το Αίμα που χύθηκε πάνω στο σταυρό “υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας”. Προτού φθάσει στη φοβερή αυτή ώρα, ο ιερέας αναφέρει αυτούς τους λόγους του Κυρίου, όταν για πρώτη φορά Εκείνος ιερούργησε και παρέδωσε στους μαθητές του αυτό· “Έδωκε τοις αγίοις αυτού μαθηταίς και Απόστολοις ειπών· λάβετε, φάγετε· τούτό εστι το σώμα μου το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών”. Και για το Ποτήριο· “πίετε εξ αυτού πάντες· τούτό εστι το Αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών”. Και μετά την ευχή, η οποία έχει εκφώνηση το “Τα σα εκ των σων, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα”, εύχεται γονατιστός και δεόμενος σε βαθιά κατάνυξη και λέει προς τον Ουράνιο Πατέρα ο λειτουργός του μυστηρίου· “και ποίηση τον μεν άρτον τούτον τίμιον σώμα του Χριστού σου· το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου, μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω” (1). Ακριβώς αυτή τη στιγμή κατέρχεται το Πνεύμα το Άγιο και μεταβάλλει τον μεν άρτο σε Σώμα Χριστού, το δε οίνο που περιέχει το Ποτήριο σε Αίμα Χριστού, τότε πλέον έχουμε και ολόσωμη και αισθητή την παρουσία του Θεανθρώπου Σωτήρα μας, και όσοι είναι έτοιμοι να κοινωνήσουν τον κοινωνούν, παίρνοντας μέσα τους όχι άρτο και οίνο, αλλά πραγματικά το ίδιο το Σώμα και το ίδιο το Αίμα του Χριστού, και γίνονται “σύσσωμοι και σύναιμοι και Χριστοφόροι” και αποτελούν με το Χριστό, που φέρουν μέσα τους, ένα σώμα και ένα αίμα, κατά τον άγιο Κύριλλο,και έχουν μέσα τους το Χριστό “κατοικούντα και μένοντα συν τω Πατρί και τω Αγίων Πνεύματι”, κατά το Μέγα Βασίλειο (εις ευχήν Μεταλήψεως). Βέβαια τα μάτια βλέπουν άρτο και οίνο και η γλώσσα αισθάνεται τη γεύση ψωμιού και κρασιού. Αλλά δεν έχει έτσι το πράγμα. Από την ώρα που κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και ιερουργήθηκε το μυστήριο, δεν έχουμε πλέον ό,τι βλέπουν τα μάτια ή ό,τι αισθάνεται η γλώσσα μας. Έχουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας, το οποίο και μας μεταδίδει ζωή και αφθαρσία (2).
Στο μυστήριο αυτό της θείας Ευχαριστίας δεν συντελείται μόνο η μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά όλος ο βίος του Κυρίου και όλο το απολυτρωτικό έργο του αναπαρίσταται και ιερουργείται. Δηλαδή η Σάρκωσή του, η Γέννησή του, η Σταύρωση, η Ταφή, η Ανάταση, η Ανάληψη και η εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα του, για να πρεσβεύει για όλους εμάς. Όλα δηλαδή τα υπερφυή γεγονότα, τα οποία συντέλεσαν και τελείωσαν τη σωτηρία μας, και την οποία σωτηρία χορηγεί και εξασφαλίζει σε μας το μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Αυτό φαίνεται καθαρά στην προ της θείας μεταβολής ευχή της λειτουργίας του ιερού Χρυσοστόμου, όπου ο άγιος Πατήρ δεόμενος υπέρ της αποδοχής εκ μέρους του Θεού Πατρός της θυσίας, την οποία του προσφέρουμε, λέει· “Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής (του να τελούμε δηλαδή το μυστήριο: “λάβετε, φάγετε,… πίετε εξ αυτού πάντες”) και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας, τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν”. Και “ημείς καθ’ εκάστην ημέραν… προσφέρομεν μεν, λέει ο ίδιος Πατέρας, αλλ’ ανάμνησιν ποιούμεν του θανάτου αυτού… Ουκ άλλην θυσίαν καθάπερ ο αρχιερεύς (των Εβραίων) αλλά την αυτήν αεί ποιούμεν, μάλλον δε ανάμνησιν εργαζόμεθα θυσίας” (3).

Καρποί του μυστηρίου

Εάν κάθε ιερό και άγιο Μυστήριο φέρει τη θεία Χάρη στον άνθρωπο και τον καθιστά δένδρο με πολλούς καρπούς, πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό με το θειότατο και πανάγιο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Είπαμε πως σε αυτό κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Χριστού, δηλαδή λαμβάνουμε και κατέχουμε μέσα μας το Θεό τον παντοκράτορα και Κύριο της δόξας, το Θεό τον ζώντα και μένοντα εις τον αιώνα. Λοιπόν πλούσιοι οι πνευματικοί καρποί. Σωτηρία ψυχής, τροφοδοσία και συντήρηση πνευματικής ζωής, προαγωγή και αύξηση αρετής, αναγέννηση, αγιασμός, θέωση, τα πάντα, πάντα τα προς σωτηρία και θέωση θεία δωρήματα. Και αφού ο Κύριος βεβαίωσε ότι η σάρκα του “αληθώς εστι βρώσις” και το αίμα του “αληθώς εστι πόσις” και “ώσπερ ο άρτος σώματι κατάλληλος”, για να συντηρεί και ενισχύει τη φυσική ζωή του ανθρώπου, “ούτω και ο Λόγος τη ψυχή αρμόδιος”. Και “ο άρτος ο ουράνιος και το ποτήριον… ψυχήν και σώμα αγιάζοντα εις πάσαν ημών την σύστασιν αναδίδονται (σε όλο τον οργανισμό μας εισχωρούν), εις ωφέλειαν σώματος και ψυχής”. Όπως χωρίς ψωμί και νερό είναι αδύνατη η συντήρηση της φυσικής ζωής, έτσι “και ο μη τρώγων” τον ουράνιο άρτο και “μη πίνων το αίμα του Κυρίου, ουκ έχει ζωήν εν εαυτώ”. Πάλι· χωρίς τη σάρκα του Κυρίου, δηλαδή χωρίς τη θεία Κοινωνία, “ζην ουκ ένι”, αδύνατο να ζήσει, λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Επομένως πολλές, όπως είπαμε, και μέγιστες, οι πλέον μεγάλες και ανυπολόγιστες ωφέλειες και καρποί από τη θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου.
Και πρώτα η άφεση των αμαρτιών, αφού μάλιστα προηγηθεί εξομολόγηση. Η θεία Κοινωνία επισφραγίζει την άφεση. Αυτόν τον πρώτο καρπό, την άφεση, δεν παρουσίασε ο Κύριος, όταν την πρώτη φορά τέλεσε το θείο μυστήριο; “Λάβετε, φάγετε, είπε,… πίετε εξ αυτού πάντες… εις άφεσιν αμαρτιών”. Για να λάβετε άφεση και να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας. —Δεύτερος καρπός είναι οαγιασμός ψυχής και σώματος. Και επόμενο αυτό. Εφόσον δεχόμαστε μέσα μας τον Άγιο, αγιάζεται και η ψυχή και το σώμα μας. Αγιάζεται όλος ο άνθρωπος, ο οποίος καθίσταται κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Κοινωνία μεταδίδεται σε όλα τα μέλη μας, σε ψυχή, σε σώμα, σε οφθαλμούς, σε αφτιά, σε χέρια, σε πόδια, σε γλώσσα, σε καρδιά. Και όλα αυτά αγιάζονται, με τρόπο ώστε ούτε να σκέπτονται αυτοί που κοινωνούν ούτε να επιθυμούν ούτε να αισθάνονται ούτε να πράττουν το κακό και αμαρτωλό, παρά μόνο το αγαθό και άγιο και να συμμορφώνονται προς το άγιο θέλημα Εκείνου που μεταλαμβάνουν στο μυστήριο. Μέγιστη ενίσχυση και βοήθεια προέρχεται επίσης σε μιας προς αγιασμό μας, αφού όλος ο ψυχικός και σωματικός οργανισμός μας διαποτίζεται από την αγία Κοινωνία. Νέα ζωή, τη ζωή του Πνεύματος, τη ζωή της αγιότητας λαμβάνουμε, κατά το λόγο του Κυρίου: “εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς· ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον” (Ιωάν. στ’ 53, 54). —Τρίτος καρπός η θέωσή μας. Εάν και με την πίστη, με το λόγο του Θεού, με την προσευχή θεούται ο άνθρωπος και γίνεται “θείας κοινωνός φύσεως”, όπως λέει ο απόστολος Πέτρος, ασυγκρίτως περισσότερο και σε βαθμό αφάνταστο γίνεται αυτό σε μας, όταν κοινωνούμε την “τεθεωμένη” σάρκα του Κυρίου. Κοινωνούμε το Θεό μας και γινόμαστε και εμείς θεοί, ισόθεοι και ισάγιοι και κατά “μέθεξη” και χάρη κοινωνοί θείας ζωής. Όπως ακριβώς λέει και η ευχή της Μετάληψης· “Οις (με τα οποία άγια Μυστήρια δηλαδή) ζωούται και θεούται πας ο τρώγων σε και πίνων εξ ειλικρινούς καρδίας”. Τι ύψιστη και ανυπολόγιστη τιμή, δόξα και χάρη! Το “εγώ είπα θεοί εστε και υιοί υψίστου πάντες”, εδώ, στην κοινωνία του θειότατου αυτού μυστηρίου, βρίσκει πλήρη και ακέραια την εφαρμογή του. —Τέταρτη ωφέλεια είναι η ένωση όλων των Χριστιανών που κοινωνού το Χριστό σε ένα σώμα, μία οικογένεια πνευματική, μία θεία κοινωνία αγιασμένων και αγαπημένων ανθρώπων. Το λέει ο Απόστολος· “ότι είς άρτος, έν σώμα οι πολλοί εσμεν (ένα σώμα γινόμαστε οι πολλοί μέσω της θείας Κοινωνίας)· οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν” (Α’ Κορινθ. ι’ 17). Για αυτό εύχεται και ο άγιος Βασίλειος στη θεία Λειτουργία του και με την ευχή του αγίου Πατέρα και κάθε ιερέας που ιερουργεί το μυστήριο υπέρ της ενότητάς μας αυτής και λέει· “ημάς δε πάντας, τους εκ του ενός άρτου και του ποτηρίου μετέχοντας, ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου Κοινωνίαν”. Και τι μεγάλο, τι θαυμαστό και ζηλευτό και μακάριο πράγμα όλοι οι Χριστιανοί να ενώνονται με την αγία Κοινωνία και μία γνώμη, μία θέληση, μία αγάπη και ζωή να έχουν οι πολλοί. Όπως μια γνώμη και θέληση και αγάπη έχουν τα τρία πρόσωπα της Θεότητας, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Αυτό ακριβώς να γίνεται και με όλους τους Χριστιανούς που κοινωνούν. Αυτή είναι η πραγματική θέωσή μας, η θεία ζωή και μακαριότητά μας. Τι μεγάλο και θαυμαστό μυστήριο!
Ως προς αυτό λένε και οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας· “ο τρώγων την αγίαν σάρκα του Χριστού” ενισχύεται και προοδεύει στη ζωή της χάρης και αρετής, αφού έχει “η σαρξ εν αυτή τον Λόγον κατά φύσιν όντα ζωήν”, και “ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός διά της ιδίας σαρκός εναποκρύπτει την ζωήν ταύτην εν ημίν και ώσπερ τι σπέρμα της αθανασίας εντίθησιν, όλην την εν ημίν αφανίζων φθοράν”. Δηλαδή η σάρκα του Κυρίου είναι γεμάτη ζωή. Και σκορπίζει και σε μας το σπέρμα της αθανασίας, ενώ συγχρόνως εξαφανίζει τη φθορά που υπάρχει μέσα μας. Μέσω της Ευχαριστίας οι πιστοί “την ζωήν τρώγουσι, την ζωήν πίνουσι”, λέει ο ιερός Αυγουστίνος. Γι’ αυτό και ο Μέγας Βασίλειος τονίζει και λέει· “Και το κοινωνείν καθ’ εκάστην ημέραν και μεταλαμβάνειν του αγίου Σώματος και Αίματος του Χριστού καλό και επωφελές. Τις γαρ (διότι ποιος) αμφιβάλλει, ότι το μετέχειν συνεχώς της ζωής ουδέν άλλο εστίν ή ζην πολλαχώς;”. Γι’ αυτό σε κάθε θεία Λειτουργία καλούμαστε οι πιστοί στη θεία Κοινωνία, για να μεταλάβουμε Σώμα Χριστού και Αίμα Χριστού “εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον”, τη δε περίοδο του Πάσχα καλούμαστε στη θεία Μετάληψη με την προτροπή του Κοινωνικού· “Σώμα Χριστού μεταλάβετε, πηγής αθανάτου γεύσασθε”.
Εννοείται βέβαια, ότι ο Χριστιανός πρέπει να προσέρχεται έπειτα από επιμελή και ακριβή προπαρασκευή, δηλαδή έπειτα από νηστεία, από προσευχή θερμή, από εξομολόγηση ειλικρινή, από συμφιλίωση με εχθρούς, με ελεημοσύνες και έργα αγαθά αγάπης και στοργής, ώστε να προσερχόμαστε, όπως και η Εκκλησία μας μας καλεί· “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης”. Αυτό δε είναι και έντονο παράγγελμα του αγίου Αποστόλου, ο οποίος λέει· “δοκιμαζέτω άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω· ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ (την καταδίκη του δηλαδή) εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου. Διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται (πεθαίνουν) αρκετοί” (Α’ Κορινθ. ια’ 28-30). Το να προσέρχεται κανείς όπως-όπως, χωρίς την πρέπουσα προετοιμασία, χωρίς πραγματική μετάνοια και ειλικρινή εξομολόγηση, δείχνει ανευλάβεια και απιστία, βεβηλώνει τα Άγια και το αμάρτημά του είναι βαρύ. Γι’ αυτό και βαριές και οι συνέπειες, οι κυρώσεις και τιμωρίες που ακολουθούν το Χριστιανό, που ανέτοιμος προσέρχεται στη θεία Κοινωνία. Τακτική λοιπόν προσέλευση, αλλά “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης” και τότε δίνεται άφεση αμαρτιών, τότε αγιασμός και απολύτρωση, τότε ειρήνευση και θέωση και ζωή αγία, ζωή αιώνια και μακάρια (4).
* * *
Υποσημειώσεις
(1) Στη Λειτουργία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας η επίκληση αυτή έχει ως εξής: “Έτι δε εφ’ ημάς και επί τους άρτους τούτους (είχαν πολλούς άρτους και πολλά ποτήρια), και επί τα ποτήρια ταύτα (ας έλθει) το Πνεύμα σου το Άγιον, ίνα ταύτα αγιάση και τελειώση, ως παντοδύναμος Θεός, και ποιήση τον μεν άρτον σώμα,… το δε ποτήριον αίμα της Καινής Διαθήκης αυτού του Κυρίου και Σωτήρος και παμβασιλέως ημών Ιησού Χριστού”. Και στις μυσταγωγικές κατηχήσεις του ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει· “Παρακαλούμεν τον φιλάνθρωπον Θεόν το Πνεύμα το Άγιον εξαποστείλαι επί τα προκείμενα, ίνα ποιήση τον μεν άρτον σώμα Χριστού, τον δε οίνον αίμα Χριστού. Πάντως γαρ ού αν εφάψαιτο το Άγιον Πνεύμα τούτο ηγίασται και μεταβέβληται (αγιάζονται και ανακαινίζονται)”. Και “ο της προθέσεως άρτος, οίνος τε και ύδωρ διά της επικλήσεως και επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος υπερφυώς μεταποιούνται εις το σώμα του Χριστού και το αίμα” (Δαμασκηνός).
(2) Για εκείνους που απορούν και ρωτούν, πώς γίνεται αυτή η μεταβολή, αποκρίνεται ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και λέει: “Και νυν ερωτάς, πώς ο άρτος γίνεται σώμα Χριστού, και ο ο οίνος και το ύδωρ αίμα Χριστού; Λέγω σοι καγώ, Πνεύμα Άγιον επιφοιτά και ταύτα ποιεί τα υπέρ λόγον και έννοιαν, άρτος δε και οίνος παραλαμβάνεται· οίδε γαρ ο Θεός την ανθρωπίνην ασθένειαν… τη ουν συγκαταβάσει συνήθει κεχρημένος, διά των συνθηκών της φύσεως ποιεί τα υπέρ φύσιν. Ούτως, επειδή έθος τοις ανθρώποις άρτον εσθίειν, ύδωρ τε και οίνον πίνειν, συνέζευξεν αυτούς την αυτού θεότητα, και πεποίηκεν αυτά σώμα και αίμα αυτού, ίνα διά των συνήθως και κατά φύσιν εν τοις υπέρ φύσιν γενώμεθα. Ουκ έστι τύπος ο άρτος και ο οίνος του σώματος και του αίματος Χριστού (μη γένοιτο), αλλ’ αυτό το Σώμα του Κυρίου τεθεωμένον, αυτού του Κυρίου ειπόντος· τούτο μού εστι ου τύπος του σώματος, αλλά το σώμα· και ου τύπος του αίματος, αλλά το αίμα. Ει δε καί τινες αντίτυπα του σώματος και αίματος του Κυρίου τον άρτο και τον οίνον εκάλεσαν, ως ο θεοφόρος έφη Βασίλειος, ου μετά το αγιασθήναι αυτήν την προσφοράν ούτω καλέσαντες”.
(3) Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τις διαφορές, τις οποίες έχουμε με παπικούς και προτεστάντες. Οι με προτεστάντες κάνουν μία τελετή, αλλ’ όχι μυστήριο. Δεν παραδέχονται ότι ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα Χριστού, αλλ’ ότι είναι αυτά απλοί τύποι και σύμβολα, που εικονίζουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Επομένως δεν έχουν αληθινό μυστήριο και δεν κοινωνούν σώμα και αίμα Χριστού. Οι παπικοί πιστεύουν, ότι ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα Χριστού. Τελούν όμως το μυστήριο με άζυμα (τις όστιες), προσφέρουν στο λαό μόνο το σώμα του Χριστού, όχι και το αίμα, —από τα δύο μεταλαμβάνουν μόνο οι κληρικοί τους. Επιπλέον τη θεία κοινωνία δεν την προσφέρουν στα παιδιά ευθύς μετά το βάπτισμά τους, όπως κάνουμε εμείς, σύμφωνα με αρχαία παράδοση, αλλά μόνο όταν γίνουν 12 ετών. Όλες αυτές είναι κακόδοξες καινοτομίες και γι’ αυτό δεν μπορούμε να έχουμε κοινό ποτήριο.
(4) Το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας προσφέρεται και υπέρ των κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών, όπως λέει ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων· “Είτα (μνημονεύουμε) και υπέρ των προκεκοιμημένων αγίων Πατέρων και επισκόπων και πάντων απλώς των εν ημίν προκεκοιμημένων μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι ταις ψυχαίς, υπέρ ών η δέησις αναφέρεται, της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας”. Τα ίδια λέει και ο ιερός Χρυσόστομος. Γι’ αυτό και κατά τη θεία Λειτουργία μνημονεύονται ονόματος όχι μόνο ζωντανών, αλλά και πεθαμένων, και μετά την υπέρ των νεκρών ευχή λέει ο ιερέας· “και ανάπαυσον αυτούς, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”.