Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ASTEROID 2012DA14


Ο αστεροειδής  2012DA14

   Ο μικρός αστεροειδής 2012DA14 φλερτάρει με την πανέμορφη Γη μία μέρα μετά την ημέρα των ερωτευμένων …
 Στο ηλιακό μας σύστημα υπάρχουν και οι αστεροειδείς ή μικροί πλανήτες που είναι ουσιαστικά βράχοι ακανόνιστου σχήματος και λαμπρότητας και σε πλήθος περίπου ένα εκατομμύριο ή και περισσότεροι. Οι περισσότεροι βρίσκονται σε απόσταση 2,2AU έως 3,3AU από τον Ήλιο με τροχιές ανάμεσα αυτών του Άρη και Δία. Όμως υπάρχουν και κάποιοι που τέμνουν την τροχιά της Γης (μετεωροειδή) . (1AU≈150.000.000 km)
   Στις 15 Φεβρουαρίου 2013 και ώρα 19:24 UTC, ώρα Ελλάδας  περίπου 21:24 το βράδυ ο αστεροειδής 2012DA14 θα προσεγγίσει τη Γη με πλησιέστερη απόσταση περίπου 27.700 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της Γης (η πιο κοντινή τις τελευταίες δεκαετίες) και συγκεκριμένα πάνω από τον ανατολικό ινδικό ωκεανό ανοιχτά του Sumatra με γεωγραφικό πλάτος -6ο νότια και 97,5ο ανατολικά.
   Όπως προβλέπει το Near-Earth Object Program Office της NASA δεν υπάρχει περίπτωση να συγκρουστεί με τη Γη και η επίδραση του στη Γη θα είναι απειροελάχιστη. Υπάρχει μια πολύ μικρή πιθανότητα να επηρεάσει την τροχιά κάποιου τεχνητού δορυφόρου ή διαστημικού σκάφους ,αφού ο αστεροειδής πλησιάζει τη Γη από κάτω και θα μπει στη περιοχή που ορίζουν οι γεωσύγχρονες τροχιές των τηλεπικοινωνιακών και μετεωρολογικών δορυφόρων ύψους 35.800 km και οι τροχιές δορυφόρων πολύ πιο κοντά στη Γη ύψους 386 km .

   Η διάμετρος του αστεροειδούς είναι περίπου 49 μέτρα και η μάζα εκτιμάται περίπου στους 160.000 τόνους. Με το κοντινό του πέρασμα θα γίνουν ακριβέστερες μετρήσεις για τα χαρακτηριστικά του .Έχει περίοδο περίπου 317 γήινες μέρες, αφήλιο περίπου 0,910 AU, περιήλιο περίπου 0.828 AU και εκκεντρότητα περίπου 0,089.  Αν κάποιος αστεροειδής παρόμοιου μεγέθους έπεφτε στη Γη θα μπορούσε να απελευθερώσει περίπου 2,5 μεγατόνους ενέργειας στην ατμόσφαιρα και θα προκαλούσε περιφερειακή καταστροφή περίπου 1.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων .
   Η ταχύτητα του στη πλησιέστερη απόσταση θα είναι περίπου 28.100 km/h και θα βρίσκεται εντός στο σύστημα Γης –Σελήνης για 33 ώρες περίπου .Η φαινόμενη λαμπρότητά του προσδιορίζεται περίπου 7 mag  και έτσι είναι πολύ αμυδρό για να φαίνεται με γυμνό μάτι το οποίο βλέπει περίπου άστρα μέχρι 6 mag (τα αμυδρότερα) .Ο Ήλιος έχει περίπου -26,7 mag ,η πανσέληνος -12,3 mag [1]. Θα φαίνεται όμως με καλά κιάλια και τηλεσκόπια. Θα κινείται σχετικά γρήγορα από τον νότο προς το βορρά και θα είναι ορατός ,αν το επιτρέπει ο καιρός, από την ανατολική Ευρώπη , Αφρική και Ασία .

    Η τροχιά του 2012DA14 μοιάζει πολύ με τη Γη και την πλησιάζει 2 φορές κάθε φορά που συμπληρώνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Το επόμενο πολύ κοντινό πέρασμα προβλέπεται να γίνει στις 16 Φεβρουαρίου 2046 σε απόσταση όχι περισσότερη από ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα από το κεντρικό σημείο της Γης.
Για την εξερεύνηση των αστεροειδών έχει ξεκινήσει το 2007 η διαστημοσυσκεύη DAWN (http://dawn.jpl.nasa.gov/mission/)  για να επισκεφθεί τους Vesta και Ceres για να μας δώσει σημαντικές πληροφορίες για το ηλιακό σύστημα γενικότερα καθώς ετοιμάζεται και η OSIRIS-Rex (http://osiris-rex.lpl.arizona.edu/ ) το 2016 για τον αστεροειδή 1999RQ36 που ελπίζουμε να φέρει δείγματα από αστεροειδή στη Γη το 2023 και πολλές άλλες πληροφορίες.

Πηγές : NASA http://www.nasa.gov/
             JPL Solar System Dynamics  http://ssd.jpl.nasa.gov/
             ‘’The Physical Universe’’ Frank H. Shu
               [1] Stellarium
Σταμάτης Μιχαήλ
Φοιτητής φυσικής
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

            Ἕνα ἐρώτημα πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ, μέ ἀφορμή καί πάλι τήν σχολική ἑορτή τῶν τριῶν ἱεραρχῶν εἶναι: πῶς καί γιατί τό Ἑλληνικό ἔθνος ἐπέλεξε σάν προστάτες τῆς παιδείας τρεῖς ἀρχιερεῖς καί ὄχι κάποιους φιλοσόφους ἤ ἐπιστήμονες.
            Ὅταν ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 ἐ­πέ­τυ­χε καί τό Γέ­νος μας ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε, τό­τε ἄρ­χι­σε μι­ά συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θει­α ἀ­νόρ­θω­σης καί ἐ­ξύ­ψω­σης τοῦ λα­οῦ μας, μέ τήν μά­θη­ση. Τό­τε ἀ­να­ζη­τή­θη­κε μι­ά κα­τευ­θυ­ντή­ρι­α γραμ­μή. Καί αὐ­τή, βρέ­θη­κε στήν ἁ­γι­ό­τη­τα καί στή σο­φί­α.
            Γι­’ αὐ­τό καί οἱ πα­τέ­ρες μας, στήν νε­ώ­τε­ρη Ἑλ­λά­δα, θέ­σπι­σαν σάν ἑ­ορ­τή τῆς παι­δεί­ας, τήν ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Δη­λα­δή, τέ­θη­κε σάν πα­ρά­δει­γμα πρός μί­μη­ση ἁ­γι­ό­τη­τα καί ἡ σο­φί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Δι­ό­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ σο­φί­α δέν εἶ­ναι κλη­ρο­νο­μι­κά προ­σό­ντα, ἀλ­λά θέ­λουν κό­πο καί σω­στή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση.
            Γι­ά νά τό κα­τα­λά­βου­με αὐ­τό, πρέ­πει νά θυ­μη­θοῦ­με ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή τοῦ με­γά­λου νο­μο­θέ­τη Λυ­κούρ­γου.
            Κά­πο­τε, οἱ Σπαρ­τι­ᾶ­τες πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Λυ­κοῦρ­γο νά φτι­ά­ξει νό­μους, δι­ό­τι ἔ­βλε­παν ὅ­τι δέν πᾶ­νε κα­θό­λου κα­λά.
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος δέ­χθη­κε τό αἴ­τη­μά τους, ἀλ­λά τούς ζή­τη­σε νά τοῦ δω­ρί­σουν δύ­ο νε­ο­γέν­νη­τα σκυ­λά­κι­α. Καί ἀ­πό τήν ἴ­δι­α ὥ­ρα ἄρ­χι­σε νά τά ἐκ­παι­δεύ­ει. Μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό σύ­στη­μα τό κα­θέ­να. Τό ἕ­να, τό τάι­ζε κα­λά. Καί τοῦ ἔ­κα­νε ὅ­λα τά κέ­φι­α. Τό ἄλ­λο τό ἐ­γύ­μνα­ζε στό κυ­νή­γι. Καί τό τα­λαι­πω­ροῦ­σε σκλη­ρά. Ταυ­τό­χρο­να ἔ­γρα­φε τούς νό­μους, πού θά ἔ­κα­ναν τή Σπάρ­τη νά με­γα­λουρ­γή­σει.
            Ὅ­ταν τά σκυ­λά­κι­α με­γά­λω­σαν καί ἡ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῶν νό­μων εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ, συ­γκέ­ντρω­σε τούς Σπαρ­τι­ᾶ­τες στήν  ἐ­πί­ση­μη συ­νέ­λευ­ση τῆς Ἀ­πέλ­λας. Καί ἐ­κεῖ, μπρο­στά στούς Σπαρ­τι­ᾶ­τες, ἔ­φε­ρε τά δύ­ο σκυ­λι­ά.
            Ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν καί ψι­θύ­ρι­ζαν. Ἀλ­λά ὁ Λυ­κοῦρ­γος εἶ­χε τό σχέ­δι­ό του.
            - Θυ­μᾶ­στε τά δύ­ο σκυ­λι­ά; Ἐ­ρώ­τη­σε.
            - Ναί, τοῦ ἀ­πά­ντη­σαν. Εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἴ­δι­α μά­να!
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος ἐ­πέ­τα­ξε μπρο­στά στά σκυ­λι­ά ἕ­να κομ­μά­τι κρέ­ας καί ἕ­να λα­γό! Τό κα­λο­μα­θη­μέ­νο σκυ­λί, ὅρ­μη­σε στό κρέ­ας. Τό ἄλ­λο ἔ­τρε­ξε πί­σω ἀ­πό τό λα­γό. Καί σέ λί­γο τόν ἔ­φε­ρε μπροστά τους!
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος ἐ­ρώ­τη­σε:
            - Σέ ποι­ό σκυ­λί θέ­λε­τε νά μοι­ά­σουν τά παι­δι­ά σας;
            Τό­τε, οἱ Σπαρ­τι­ᾶ­τες κα­τά­λα­βαν τό νό­η­μα. Καί ἐ­δέ­χθη­καν παμ­ψη­φεῖ τούς νό­μους.
            Κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι ὁ κα­λός δέν γεν­νι­έ­ται. Ἀλ­λά γί­νε­ται.
            Συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν, ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ λε­βε­ντι­ά δέν εἶ­ναι κλη­ρο­νο­μι­κά. Ἀλ­λά θέ­λουν μό­χθο καί σω­στή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση.
* * *
            Μέ τήν ἴ­δι­α φω­τι­σμέ­νη σκέ­ψη οἱ πα­τέ­ρες μας ὅ­ρι­σαν ἑ­ορ­τή τῆς παι­δεί­ας, τήν ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Δηλαδή ὅρισαν τούς Ἁγίους, προστᾶτες καί καθοδηγητές μας.
            Οἱ ἅ­γι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες εἶ­χαν ὅ­λα τά προ­σό­ντα γι­ά νά ἀ­πο­κτή­σουν «ἕ­να κομ­μά­τι κρέ­ας»,δηλ. μι­ά θέ­ση μέ πα­χυ­λό μι­σθό καί νά ζή­σουν ἀ­θε­ό­φο­βα.
            Ὅ­μως σκο­πό στή ζω­ή τους δέν ἔ­κα­ναν τά ἔν­στι­κτα, ἀλ­λά τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, τίς ἀ­ρε­τές.
·     Ἐ­άν κά­ποι­ος δέν κα­τα­λά­βει τί εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τή, πο­τέ δέν θά κα­τα­νο­ή­σει τί εἶ­ναι ἡ κα­κί­α καί τά πά­θη.
·     Ἐ­άν δέν γνω­ρί­σεις τήν ἀ­γά­πη, δέν ξέ­ρεις τί εἶ­ναι τό μῖ­σος.
·     Ἐ­άν δέν ζή­σεις τήν ἁ­γνό­τη­τα, θά νο­μί­ζεις τήν σα­πί­λα τῆς δι­α­φθο­ρᾶς ἐ­πι­τυ­χί­α.
·     Ἐ­άν δέν μά­θεις κυ­νή­γι, θά γί­νεις «χα­σα­πό­σκυ­λο».
            Οἱ ἅ­γι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες δέν ἔ­ψα­χναν γι­ά τό «κρέ­ας», ἀλ­λά γι­ά τόν «λα­γό». Ἀ­γω­νί­στη­καν νά ἀ­γα­πή­σουν τόν Θε­ό μέ ὅ­λη τή δύ­να­μή τους, καί τόν συ­νάν­θρω­πό τους σάν τόν ἑ­αυ­τό τους. Τό ἠ­θι­κό τους με­γα­λεῖ­ο εἶ­ναι ἀ­προ­σπέ­λα­στο.
            Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­στρέ­φε­ται τήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή πού δί­δα­ξαν οἱ ἅγι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, κο­ροϊ­δεύ­ει τούς ἄλ­λους, γι­ά νά μήν ἀ­κού­ει ὁ ἴ­δι­ος τίς φω­νές τῆς τα­ρα­γμέ­νης του συ­νεί­δη­σης.
Τό πρό­τυ­πο τῶν Τρι­ῶν Με­γά­λων Φω­στή­ρων τῆς Τρι­ση­λί­ου Θε­ό­τη­τος, πρέ­πει νά εἶ­ναι τό φῶς πού θά μᾶς φω­τί­ζει καί θά μᾶς κα­τευ­θύ­νει πρός τήν ἀληθινή σοφία καί ἁγιότητα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

            Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες, Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι  Πνευματικοί  Φάροι στήν  πορεία τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς μας.   Εἶναι Ἐκεῖνοι πού  ἔλαβαν Φῶς ἀπό τόν Φωτοδότη Κύριό μας καί ἔγιναν ὁλόφωτοι. Εἶναι οἱ άληθινοί Διαφωτιστές, πού μᾶς ὁδηγοῦν σταθερά καί μέ ἀσφάλεια στό Φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι τά αὐθεντικά πρότυπα τῆς ζωῆς μας, πού μᾶς βοηθοῦν νά προσανατολιστοῦμε πρός τό ἀληθινό Φῶς. Νά συνειδητοποιήσουμε γιατί ζοῦμε. Νά γνωρίσωμε τό ἀγαθό καί τέλειο θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Νά καταλάβουμε ὀρθά τόν προορισμό μας. Καί νά γεμίσει Νόημα, Περιεχόμενο καί Χαρά ἡ ζωή μας. 
             Γι᾿ αὐτό, τό Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν, τό 1843 μ.Χ. καθιέρωσε ἐπίσημα τήν γιορτή τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ὡς γιορτή τῆς Παιδείας. Ἀπό τότε οἱ τρεῖς Ἱεράρχες  θεωροῦνται καί τιμῶνται ὡς Προστάτες τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας.
Ὁ Μ. Βασίλειος μιλάει γιά τόν σημαντικό ρόλο τῆς οἰκογένειας: Πρῶτο διδασκαλεῖο εἶναι τό σπίτι, ἡ οἰκογένεια. Μέσα ἐκεῖ τό παιδί νά ἔχει ὡς σύντροφο «τήν τῶν γονέων νουθέτησιν, τήν τῶν θειοτέρων λόγων ἀκρόασιν, ἀναγνώσματα σωτήρια, διηγήματα πρός  σεμνότητα καί σωφροσύνην τυποῦντα».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀπευθυνόμενος πρός τούς γονεῖς καί διδασκάλους, μᾶς λέγει : «γενέσθαι φῶς καί εἶτα φωτίσαι».
Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες τήν Παιδεία τήν ὀνομάζουν Φῶς καί Φῶτα. Μέ ἄλλα λόγια ὁ διδάσκαλος τῆς Παιδείας πρέπει νά εἶναι Φωτοδότης καί Φωστήρας. Καί τό σχολεῖο πρέπει νά εἶναι χῶρος ὅπου τά παιδιά μας θά Φωτίζονται. Θά παίρνουν Φῶτα, γιά νά Φωτίζουν τά βήματά τους στή ζωή. Νά βλέπουν ποῦ καί πῶς θά περπατήσουν.
Ἡ Ἐκπαίδευση πρέπει νά εἶναι Φῶς καί νά δίνει Φῶς. Σ᾿ αὐτά ὅλοι συμφωνοῦμε. Ὅμως  τί εἶναι Φῶς; Ὅταν λέμε Φῶς ἐννοοῦμε ὅλοι τό ἴδιο πρᾶγμα; Ἤ μήπως ἐνῶ ὅλοι λέμε πώς πᾶμε στόν ἴδιο προορισμό, ἔχουμε μπεῖ σέ διαφορετικῆς κατεύθυνσης «λεωφορεῖα»;
            Προσοχή! Στήν ἐποχή μας ὑπάρχουν πολλά ψεύτικα φῶτα. Γι’ αὐτό καί ὁ ποιητής μᾶς λέει: «Ἦταν φῶτα, χίλια φῶτα, μά δέν ἤτανε τό Φῶς» (Γ. Βερίτης). Πολλοί Νεοέλληνες εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τά φῶτα τῆς Δύσεως, τοῦ Διαφωτισμοῦ.
Στήν Εὐρώπη, οἱ γραμματισμένοι, τήν χρονική περίοδο ἀπό τό 1688 μ.Χ. μέχρι τό 1789 μ.Χ. τήν ὀνόμασαν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ ἤ Αἰώνα τῶν Φώτων.           
Οἱ «φωστῆρες» τοῦ Αἰώνα τῶν Φώτων, ὅταν βρέθηκαν στήν ἐξουσία, ἔβγαλαν ἕνα «δημοκρατικό» διάταγμα, πού ἐπέβαλλε τήν ἀθεΐα καί καταργοῦσε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Γι᾿  αὐτούς μοναδικός ἥλιος πού φωτίζει τόν κόσμο ἦταν μόνο ἡ ἀνθρώπινη λογική! Τό μυαλουδάκι μας! Γιά αὐτούς ἄλλο φῶς δέν ὑπάρχει! Διακήρυτταν ὅτι ἡ πίστη σέ ἄλλα φῶτα γρήγορα θά σβήσει! Καί ἡ Ἁγία Γραφή γρήγορα θά βρίσκεται μόνο στά παλιατζήδικα καί στά μουσεῖα.
            «Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καί λήθη παραδέδονται. Ποῦ δέ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπέρ τόν ἥλιον λάμπει». Ποῦ εἶναι, μᾶς θυμίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, αὐτοί πού πολέμησαν τήν Ἐκκλησία; Ἔχουν πεθάνει καί ἔχουν ξεχασθεῖ. Ποῦ εἶναι ὅμως ἡ Ἐκκλησία; Λάμπει πιό φωτεινή καί ἀπό τόν ἥλιο.
Ὁ Γάλλος Βιολόγος - Μαθηματικός καί Ἀκαδημαϊκός Fr. Jacob (Φρ. Ζακόμπ, βραβεῖο Νόμπελ) στό ἔργο του «Τό παιχνίδι τῶν πιθανοτήτων» γράφει: «Ὁ αἰῶνας τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ὁ 19ος αἰῶνας εἶχαν τήν παραφροσύνη νά θεωροῦν ὅτι, ἡ ἀνθρώπινη λογική ὄχι μόνον ἦταν τό ἀπαραίτητο ἐργαλεῖο γιά νά ἐξηγηθοῦν τά ἀνθρώπινα, ἀλλά καί ὅτι μόνη της ἀρκοῦσε νά λύσει ὅλα τά προβλήματα». Γι’ αὐτό ἔχει δίκιο ὁ ἐπιστήμονας αὐτός πού κατηγορεῖ τούς Διαφωτιστές ὅτι τελικά  κατε-ξευτέλισαν τήν λογική.
Οἱ τρεῖς μέγιστοι Φωστῆρες τοῦ πνεύματος ἀποδίδουν μεγάλη σημασία στήν παιδεία καί τή θεωροῦν, ὡς τό πρῶτο ἀπό τά ἀγαθά μας.«Δέν ὑπάρχει τέχνη σπουδαιότερη ἀπό τήν ἐκπαίδευση, διότι αὐτή διαπλάσσει τήν ψυχή καί τόν χαρακτήρα τοῦ νέου» (Ἅγιος Ἰω. Χρυσόστομος).
Σύμφωνα μέ τούς Φωτεινούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς ψυχῆς μας, πού τήν φωτίζει καί τήν ζωογονεῖ.
Ὁ μεγαλύτερος ποιητής τῆς νεότερης Ἑλλάδας εἶναι ὁ Διονύσιος Σολωμός. Ἔγραψε καί τόν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Εἶναι δηλαδή ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Αὐτός ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος  ἦταν πολύ καλός Χριστιανός.
 Κάποτε ἕνας γνωστός του, ὁ ὁποῖος  ἀμφιταλαντευόταν στήν χριστιανική πίστη, βλέποντας τόν τρόπο τῆς ἐνάρετης ζωῆς  καί τῆς εὐσέβειάς του, μιά μέρα τόν πείραξε καί τοῦ εἶπε: «Καλά, δέν μπορῶ νά σέ καταλάβω! Κάνεις τόσα καί θυσιάζεις τόσα γιά τήν ψυχή σου καί γιά τόν Χριστό. Δέν μοῦ λές ἐπιτέλους, τί σοῦ δίνει ὁ Χριστός;»
Ἐκείνη τήν ὥρα οἱ δύο φίλοι περπατοῦσαν μέσα σ᾿ ἕνα χωράφι, πού ἦταν γεμᾶτο ἀπό ὄμορφα λουλούδια. Γυρίζει τότε ὁ Σολωμός καί λέει στόν ὀλιγόπιστο φίλο του: «Ὅ,τι δίνει ὁ ἥλιος σέ αὐτά τά λουλούδια, δίνει καί ὁ Χριστός σέ μένα!»
Ὁ ἥλιος βρίσκεται ἑκατομμύρια χιλιόμετρα μακρυά. Τί μπορεῖ νά προσφέρει στά λουλούδια; Καί ὅμως! Ὅταν πάρουμε ἕνα φυτό καί τό κλείσουμε σέ ἕνα  σκοτεινό χῶρο,  τότε θά καταλάβουμε πόσο εὐεργετικός εἶναι ὁ ἥλιος. Τό φυτό σέ λίγες ἡμέρες θά κιτρινίσει, θά σαπίσει καί θά σβήσει. Γιατί τοῦ λείπει  τό ζωογόνο φῶς τοῦ ἡλίου. 
 Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μᾶς συμβουλεύουν μέ ἀγάπη: Κάθε ἄνθρωπος πού βγάζει ἀπό τήν ζωή του τό νοητό Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τό Φῶς τοῦ κόσμου, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό,   ἄνθρωπος σωστός  δέν θά γίνει ποτέ.
            Κάθε φορά πού βλέπουμε κάποιον ἄνθρωπο νά κάνει μιά βρωμιά ἤ μιά παλιανθρωπιά  τότε λέμε: «Αὐτός δέν εἶναι ἄνθρωπος».
             «Ἄνθρωπός ἐστιν, οὐχ ὅστις ἁπλῶς χεῖρας καί πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ’ ὅστις λογικός μόνον, ἀλλ’ ὅστις εὐσέβειαν καί ἀρετήν μετά παρρησίας ἀσκεῖ » (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).
            Τό Φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέσπερο καί ἄδυτο . Τά φῶτα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία, χωρίς τόν φωτισμό τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀφήνουν κρύα τήν καρδιά καί τόν ἄνθρωπο πνευματικά χειρότερο, καί ἠθικά ὑποβαθμισμένο. Γι᾿ αὐτό ἔχουμε χρέος ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας, νά ἀναζητοῦμε τό ἀνέσπερο καί ἄδυτο Φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού ζωογονεῖ  τήν ψυχή μας καί  φωτίζει τόν νοῦ μας.
Οἱ τρεῖς μέγιστοι Φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος, ἔφθασαν σέ ἠθικό μεγαλεῖο ἀπροσπέλαστο. Γιατί κριτήριο καί κατευθυντήρια γραμμή τους δέν ἔκαμαν τά κατώτερα ἔνστικτα ἀλλά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τίς ἀρετές.
Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πρέπει νά μᾶς ἐμπνέει καί νά μᾶς φρονηματίζει, γιά νά μιμηθοῦμε τήν πίστη καί τήν εὐλάβειά τους. Κάθε ἄνθρωπος πού άποστρέφεται τήν διδα­σκα­λία τους γιά ἐνάρετη ζωή, βρίσκεται σέ πνευματική σύγχυση καί ἀκαταστασία. Καί φωνάζει δυνατά ἐναντίον τῶν ἄλλων, γιά νά μήν ἀκούει ὁ ἴδιος τίς φωνές τῆς ταραγμένης του συνείδησης. Γιατί δέν ὑποφέρει τόν ἔλεγχο καί τίς τύψεις της.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η πηγή των 34 παρακάτω άρθρων είναι Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ http://www.xfd.gr/
Τα άρθρα αυτά πηγάζουν από το βιβλίο «Η Ορθόδοξος Χριστιανική Πίστις μας» +Αθανασίου Σ. Φραγκοπούλου, εκδ. “Ο Σωτήρ” .

Η αιώνια ζωή και η αιώνια κόλαση


Το αποτέλεσμα της καθολικής κρίσης των ανθρώπων κατά τη δεύτερη παρουσία του Κυρίου είναι η αιώνια ζωή των δίκαιων, που τάχθηκαν στα δεξιά του δίκαιου Κριτή και άκουσαν το “δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου”, και η αιώνια καταδίκη της κόλασης των αμαρτωλών, που στάθηκαν στο αριστερό του Κριτή και άκουσαν το “πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλων και τοις αγγέλοις αυτού”. Και το “απελεύσονται ούτοι (οι αμαρτωλοί) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνον” (Ματθ. κε’ 34, 41, 46). Όχι, δεν θα εξαφανιστούν οι αμαρτωλοί, όπως ισχυρίζονται οι Χιλιαστές, ούτε θα παιδευθούν μερικά χρόνια, οπότε τάχα θα μετανοήσουν και θα σωθούν, όπως φλυαρούν μερικοί άλλοι αιρετικοί. Κόλαση αιώνια είναι η ποινή και ο κλήρος των αμετανόητων αμαρτωλών και η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί τρομερές εικόνες για να παραστήσει το φρικτό της κόλασης. Την ονομάζει την κόλαση “πυρ το εξώτερον”, “σκώληκα ακοίμητο”, “λίμνην του πυρός καιομένη πυρί και θείω”, όπου “ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων” (Ματθ. η’ 12). Είναι, λοιπόν, κάτι το απερίγραπτα φοβερό. Και αυτό το φοβερό θα είναι αιώνιο και ατελεύτητο, χωρίς τέλος, χωρίς ελπίδα αλλαγής και βελτίωσης της κατάστασης των κολαζόμενων. Και η αιώνια ζωή είναι πάλι το αφάνταστα άξιο και λαμπρό και ευφρόσυνο. Είναι κατά την Αγία Γραφή “αμαράντινος της δόξης στέφανος”, είναι δόξα και τιμή και ευφροσύνη αιώνια, είναι θεία μακαριότητα, αφού είναι ζωή της βασιλείας των Ουρανών, όπου λάμπει και τέρπει ο Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός μας, ο βασιλιάς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων. Και όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης· “ούτε τα αγαθά τα εν επαγγελίας τοις ευ βεβιωκόσι (σε αυτούς που έζησαν κατά Θεόν) προκείμενα τοιαύτα εστιν, ως εις υπογραφήν λόγου ελθείν (είναι δηλαδή απερίγραπτα)… ούτε μην η αλγεινή των πεπλημμεληκότων ζωή πρός τι των τήδε λυπούντων την αίσθησιν ομοτίμως έχει”. Ούτε δηλαδή μπορούμε και τη θλίψη των αμαρτωλών της κόλασης να παρουσιάσουμε με ανάλογη εικόνα από όσα μας συμβαίνουν εδώ στη γη, για να εννοήσουμε έτσι πόσο φρικτά είναι τα δεινά της κόλασης. Και σε άλλο μέρος ο ίδιος Πατήρ· “πυρ γαρ ακούων άλλο τι παρά τούτο νοείν εδιδάχθης (η φωτιά της κόλασης δηλαδή μη νομίζεις πως είναι όμοια με τη φωτιά που έχουμε εδώ στη γη)… πάλιν σκώληκά τις ακούσας μη διά της ομωνυμίας προς το επίγειον τούτο θηρίον αποφερέσθω τη διανοία”. Άλλο το σκουλήκι που βλέπουμε εδώ και άλλο το σκουλήκι της κόλασης. Αυτό είναι ένα ζωύφιο, εκείνο ένα ανήμερο θηρίο που δεν τελειώνει ποτέ. Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· “ουχ υλικόν (το αιώνιο πυρ) οίον το παρ’ ημίν, αλλ’ οίον αν ειδείη Θεός”. Μόνο ο Θεός τώρα γνωρίζει τι είναι η αιώνια φωτιά της κόλασης, εμείς το αγνοούμε. Είναι απλώς μια φρικτή και φοβερή εικόνα που πρέπει να μας φοβίζει, να μας κάνει να τρέμουμε και μόνη η σκέψη της, για να αποφεύγουμε την αμαρτία και αν αμαρτάνουμε να μετανοούμε, για να το αποφύγουμε.
Ως προς το τι είναι η αιώνια ζωή, ας αναφέρουμε τέλος τους λόγους του θείου αποστόλου Παύλου. Ανέβηκε στον ουρανό και είδε με τα μάτια του τη ζωή και τα αγαθά του Παραδείσου και είπε και έγραψε κατόπιν “ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν (αγαθά δηλαδή τόσο ένδοξα και τερπνά που στον κόσμο αυτό ούτε μάτι ανθρώπου τα είδε ποτέ ούτε αυτί ανθρώπου τα άκουσε ούτε ποτέ τα φαντάστηκε και τα επιθύμησε ανθρώπινη καρδιά. Είναι τέτοια τα αγαθά αυτά, που είναι αδύνατο ανθρώπινη γλώσσα να βρει λέξεις και να τα περιγράψει)… και ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι” (Α’ Κορινθ. β’ 9, Β’ Κορινθ. ιβ’ 4). Αλλά ό,τι και αν πούμε, τώρα είναι ατελή και ανεπαρκή να μας παραστήσουν τα πραγματικά. Τώρα βλέπουμε “εν εσόπτρω και εν αινίγματι”· τα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και σαν σε όνειρο. Τότε “οψόμεθα καθώς εστι”· τότε θα τα δούμε όπως ακριβώς είναι. Και αυτά πρέπει να επιδιώκουμε καθ’ όλη την επίγεια ζωή μας. Δηλαδή, να αγιάζουμε τον εαυτό μας και να ζούμε, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας ορίζει στο Ευαγγέλιό του. Και τότε θα βασιλεύσουμε μαζί με τον αιώνια βασιλιά και Κύριο της δόξας, τον βασιλιά των βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων, στην επουράνια βασιλεία του, ως βασιλείς και εμείς ένδοξοι και αιώνιοι και αθάνατοι. Και θα είναι αιώνια η βασιλεία του. Μαζί δε με εκείνον και η δική μας, διότι “της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος” (Λουκ. α’ 33). Είθε αυτής και εμείς όλοι να αξιωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ ΤΩ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΘΕΩ ΔΟΞΑ.

Η ανάσταση των νεκρών και η γενική κρίση


Είπαμε, ότι ο Κύριος θα έλθει δεύτερη φορά για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Είπαμε ακόμα πριν από αυτό, ότι μόλις πεθάνει ο άνθρωπος γίνεται γι’ αυτόν μία μερική κρίση, κατά την οποία ο μεν πιστός και δίκαιος νοιώθει ότι από τη στιγμή εκείνη βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στον Παράδεισο, κοντά στο Θεό, και περιμένει με ευχάριστη αναμονή τη γενική κρίση και την τέλεια απόλαυση των αγαθών του Παραδείσου. Αντιθέτως ο άπιστος και αμαρτωλός βρίσκεται από τότε στα βάσανα του Άδη, όπως δείχνει και η παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου, και με φρίκη και τρόμο περιμένει τη γενική κρίση για να ριφθεί εξ ολοκλήρου στην αιώνια κόλαση. Αλλά για να γίνει η γενική αυτή και τελειωτική κρίση, πρέπει να προηγηθεί η δεύτερη παρουσία του Κυρίου, και για να κρίνει ο Κριτής ζωντανούς και νεκρούς, δίκαιους και άδικους, πρέπει από τη δεύτερη ακόμα παρουσία να προηγηθεί η ανάσταση των νεκρών, δηλαδή ανάσταση των σωμάτων, οπότε θα ενωθεί κάθε ψυχή με το σώμα που είχε στην επίγεια ζωή της και το οποί σώμα θα είναι μετά την ανάσταση αποπνευματισμένο και όχι υλικό και έτσι θα παρουσιαστούμε όλοι μπροστά στο βήμα του Χριστού.
Η ανάσταση των νεκρών είναι από τα πιο σπουδαία δόγματα της αγίας μας Θρησκείας και το βεβαιώνει σε πολλά μέρη η Αγία Γραφή· “Έρχεται ώρα, λέει ο Κύριος, εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά πράξαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως” (Ιωάν. ε’ 28-29). Και ο απόστολος Παύλος· “ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα” (Α’ Κορινθ. ιε’ 51, 52). Και εις την Α’ Θεσσαλ. Δ’ 14-17· “εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα”.
Τονίσαμε πρωτύτερα, ότι το σώμα που θα αναστηθεί δεν θα είναι υλικό, όπως ήταν, όταν κατατέθηκε στον τάφο νεκρό. Θα είναι πνευματικό και άφθαρτο, όπως ήταν το σώμα του Κυρίου μετά την ανάστασή του. Και αυτό ο θείος Παύλος το λέει· “Δει γαρ το φθαρτόν τούτο (σώμα) ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν”. Και τώρα που πεθαίνει “σπείρεται εν φθορά” και κατά την ανάσταση “ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν (σώμα που το ζωοποιούσε η ψυχή), ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν (δηλαδή ζωικό), καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν… ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν”, κατά την ανάσταση (Α’ Κορινθ. ιε’ 42-46). Δηλαδή δεν θα λάβουμε άλλα σώματα κατά την ανάστασή μας, αλλά τα ίδια που έχουμε τώρα κατ’ ουσία, με διαφορετικές όμως, πνευματικές, ιδιότητες (1). Και όπως είπε ο Κύριος, θα αναστηθούν “οι τα αγαθά ποιήσαντες” πιστοί και άγιοι “εις ανάστασιν ζωής”, γι’ αυτό, παρότι φοβερή για όλους θα είναι η δεύτερη παρουσία, αυτοί “εν χαρά και αγαλλιάσει” θα δεχθούν την παρουσία του Κυρίου, για να λάβουν τον δίκαιο μισθό της αρετής τους. Θα αναστηθούν και “οι τα φαύλα πράξαντες”, αλλ’ αυτοί “εις ανάστασιν κρίσεως” και κυρίως σε αυτούς θα είναι φοβερή η ημέρα της θείας παρουσίας.
Με την τελική κρίση συνδέεται και η συντέλεια του κόσμου. Συντέλεια δεν θα πει πως θα καταστραφεί και θα αφανιστεί ο κόσμος, αλλά θα αλλάξει, θα πάρει νέο σχήμα, νέα σύσταση και μορφή, όπως ο ψαλμός λέει “ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς (τους ουρανούς) και αλλαγήσονται”. Τότε θα εκλείψει και θα εξαφανιστεί το κακό και η αμαρτία, θα καταργηθεί ο θάνατος, αφού λέει ότι “έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος”, και όλη η φύση θα ελευθερωθεί από τη ματαιότητα στην οποία υποτάχθηκε λόγω της αμαρτίας και θα ανακαινισθεί.
*  *  *
(1) Λέει ως προς αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· “Εξεγείρεται μεν τούτο το σώμα, αλλ’ ου μέντοι τοιούτον, αλλά μένει αιώνιον. Ουκέτι τροφών τοιούτων χρείαν έχει προς ζωήν, ουδέ κλιμάκων προς ανάβασιν· γίνεται γαρ “πνευματικόν”, θαυμάσιόν τι και οίον ειπείν κατ’ αξίαν ουκ έχομεν”. Δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ποιο είναι και ποια αξία έχει το σώμα εκείνο.

Η δευτέρα παρουσία του Κυρίου


Όλοι μας οι Χριστιανοί, σύμφωνα με όσα και ο ίδιος ο Κύριος είπε, οι άγιοι Απόστολοί του κήρυξαν και η αγία του Εκκλησία ανέκαθεν διδάσκει διά των αγίων Πατέρων ακι διδασκάλων της, περιμένουμε και δεύτερη παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στο σύμβολο της Πίστης μας λέμε για τον Κύριο· “και πάλι ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ού της βασιλείας ουκ έσται τέλος”. Θα έλθει, λοιπόν και πάλι ο Χριστός. Αυτή είναι η δεύτερη παρουσία του. Πότε θα έλθει; Άγνωστο. Τον ρώτησαν οι Απόστολοί του· “ειπέ ημίν πότε ταύτα έσται (τα φοβερά γεγονότα που θα προηγηθούν της δεύτερής σου παρουσίας), και τι το σημείον της σης παρουσίας και της συντελείας του αιώνος;”. Και εκείνος απάντηση· “βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες, εγώ ειμι ο Χριστός, και πολλούς πλανήσουσι”. Τους απαριθμεί έπειτα το τι θα γίνει πριν από τη δεύτερή του παρουσία, όπως και προηγουμένως είπαμε, πόλεμοι και φόβοι και λοιμοί και σεισμοί και ψευδοπροφήτες πολλοί και κακία και πόνος και μίσος και αναστάτωση μεγάλη σε όλα τα έθνη της γης, ότι θα κηρυχθεί το Ευαγγέλιό του σε όλο τον κόσμο, και “τότε ήξει το τέλος” (Ματθ. κδ’ 3-14). Προσθέτει δε σε άλλο μέρος, ότι “περί της ημέρας εκείνης και ώρας (της δεύτερής του δηλαδή παρουσίας) ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος” (Ματθ. κδ’ 36). Λοιπόν άγνωστη σε όλους και μόνο στο Θεό γνωστή η ημέρα της Δεύτερης παρουσίας του Κυρίου, όπως ο ίδιος λέει. Από τους λόγους αυτούς του Κυρίου βλέπει κανείς πόσο πλανώνται οι δυσσεβείς Χιλιαστές, οι οποίοι πολλές φορές όρισαν τη δεύτερη παρουσία του Χριστού και διαψεύσθηκαν, χωρίς να διορθωθούν και παύσουν να την προσδιορίζουν. Πότε θα έλθει και πάλι ο Κύριος κανείς δεν το ξέρει.
Πώς όμως θα έλθει; Θα έλθει ως βασιλιάς ένδοξος και κραταιός “μετά δυνάμεως και δόξης πολλής”. Διότι δεν θα έλθει για να σώσει τότε τον κόσμο, αλλά για να κρίνει τον κόσμο, όλο τον κόσμο, όλους εμάς. “Τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα διά του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν” (Β’ Κορινθ. ε’ 10). Γι’ αυτό “όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού. και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων. και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εφ ευωνύμων” (Ματθ. κε’ 31-33). Επομένως και ένδοξη και φοβερή θα είναι η δεύτερη παρουσία του Κυρίου. Τόσο ένδοξη και φοβερή, που εμείς είναι αδύνατο να περιγράψουμε το μεγαλείο και τη δόξα της παρουσίας εκείνης. Αδύνατο όμως να πούμε και ποιος φόβος και τρόμος θα κυριεύσει όλους μεν τους ανθρώπους κατά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, ιδιαιτέρως δε τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Αυτοί θα στέκουν τρέμοντας και οδυρόμενοι στα αριστερά του δίκαιου Κριτή.

Η τιμή των Αγίων μας


Για όλους μας τους κεκοιμημένους εμείς που αποτελούμε την επί γης στρατευόμενη του Χριστού Εκκλησία δεόμαστε προς Κύριο και ζητούμε την ανάπαυσή τους στη βασιλεία του. Ιδιαιτέρως στρεφόμαστε προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία, την Εκκλησία των αγίων μας, και μνημονεύουμε τους Αγίους μας, εξαιρέτως δε “της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας”. Τους μνημονεύουμε, αποδίδουμε τιμή και δόξα στα άγια πρόσωπά τους και τις ιερές μνήμες τους, ζητούμε δε τις προσευχές και δεήσεις τους για μας προς το Θεό και τη βοήθειά τους σε πολλές ανάγκες του βίου μας. Με ξεχωριστή πίστη και ευλάβεια τιμούμε την υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου μας, και ζητούμε την προστασία της, την ταχεία σκέπη και βοήθειά της. Προστρέχουμε στους θαυματουργούς αγίους και αγίες μας, και για ψυχικές και σωματικές ανάγκες, αφού ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα της θαυματουργίας και με θαύματα θεραπεύουν πολλούς και ψυχικώς και σωματικώς αρρώστους. Ομοίως τελούμε εορτές και πανηγύρεις στις μνήμες τους και με βαθιά ευλάβεια ασπαζόμαστε τα ιερά λείψανά τους και τις αγίες εικόνες τους(1).
Η τιμή και δόξα την οποία απευθύνουμε προς τους Αγίους μας εμμέσως αναφέρεται στον ίδιο το Θεό και Κύριο. Τιμώντας δηλαδή τους Αγίους τιμούμε και δοξάζουμε τον ίδιο τον Θεό που τους ανέδειξε ένδοξους αγίους και πολίτες της ουρανίου του βασιλείας. Όπως λέει ένα τροπάριο της Εκκλησίας· “ο Θεός ο ενδοξαζόμενος εν ταις μνήμαις των αγίων σου”, αυτός υπάρχεις Σωτήρας μας. Και παίρνοντας θάρρος από αυτό και οι επί γης στρατιώτες του Χριστού, επικαλούμενοι τις δεήσεις των αγίων μας λέμε στο Θεό· “Τη πρεσβεία, Κύριε, των αγίων και της Θεοτόκου την σην ειρήνην δος ημίν και ελέησον ημάς ως μόνος οικτίρμων”. Και ειδικότερα προς τη Θεοτόκο· “Ότι ουκ έχομεν παρρησίαν διά τα πολλά ημών αμαρτήματα, συ τον εκ σου γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε. Πολλά γαρ ισχύει, δέησις μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου”. Και προς το Χριστό· “Δέξαι την τεκούσαν σε Θεοτόκον πρεσβεύουσαν υπέρ ημών και σώσον, Σωτήρ ημών, λαόν απεγνωσμένον”. Γενικώς δε σε όλους τους Αγίους· “Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς· οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς”.
Άλλος λόγος για τον οποίο έχουμε την τιμή τις μνήμες και τις εικόνες των Αγίων και τιμητικά προσκυνούμε αυτές είναι και η μίμησή τους, η αντιγραφή και μίμηση της αρετής τους, της αγιότητάς τους και εν γένει της θεάρεστης αρετής τους. Να ζήσουμε και εμείς, όπως έζησαν εκείνοι. Να ζήσουμε άγιοι, πιστοί και θεοφιλείς και στο Θεό αφοσιωμένοι. Και το παράδειγμα της ένθεης ζωής των αγίων μας το παρουσιάζουν οι ιερές εικόνες τους. Οι εικόνες κατά τον άγιο Βασίλειο και κατά την Έκτη αγία Οικουμενική Σύνοδο είναι “βιβλία γλωττοφόρα”, βιβλία που έχουν γλώσσα και μιλούν και διδάσκουν την αρετή και αγιότητα εκείνων τους οποίους εικονίζουν. Ομοίως και τα ιερά τους λείψανα που βρύουν ιάματα, διαλαλούν την αγιότητά τους και τη χάρη του Θεού, με την οποία τους χαρίτωσε και τους κατέστησε βοηθούς και αντιλήπτορες των ασθενών και αμαρτωλών ανθρώπων. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η τιμή, που αποδίδουμε στην εικόνα, αποδίδεται κυρίως στο πρόσωπο του Αγίου, τον οποίο εικονίζει· “Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν”, όπως ορίζει η Ζ’ αγία Οικουμενική Σύνοδος. Λοιπόν, τους έχουμε τους αγίους μας και πρεσβευτές μας προς Κύριο, και βοηθούς στις ανάγκες μας, έχουμε όμως αυτούς και τις αγίες εικόνες τους, τα ιερά λείψανά τους και πρότυπα αρετής και αγιότητας. Γι’ αυτό και τους τιμούμε και τους εορτάζουμε και τους επικαλούμαστε στις προσευχές μας, τις δεήσεις και λειτουργίες μας.
Και εδώ πρέπει να σημειώσουμε τις μεγάλες διαφορές, τις οποίες έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι με τους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες. Οι μεν παπικοί παρουσιάζουν τους αγίους ως ημίθεους με υπέρτακτα έργα, όπως είπαμε, με τα οποία ο Πάπας νομίζει πως βγάζει και από την κόλαση τους αμαρτωλούς. Οι προτεστάντες ολωσδιόλου τα αντίθετα. Δεν αναγνωρίζουν αγίους, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους αγίους. Την υπεραγία Θεοτόκο την υποβιβάζουν πολύ, την θεωρούν μία απλή και συνηθισμένη γυναίκα, ενώ ο Αρχάγγελος την είπε “κεχαριτωμένη”και “ευλογημένην εν γυναιξί”. Δεν την σέβονται ούτε την τιμούν ως μητέρα του Θεού. Μερικοί δε από αυτούς εκφράζονται με βλάσφημα λόγια για την Αειπάρθενο Κόρη. Οι πλάνες τους, λοιπόν, είναι πολλές και μεγάλες και μεταξύ μας κανείς συμβιβασμός δεν χωρεί. Ας το γνωρίζουν καλό αυτό όλοι οι Ορθόδοξοι και ας μην παραπλανόμαστε πως εν ονόματι τάχα της αγάπης,, μπορούμε να παραμερίσουμε τις πλάνες των αιρετικών και να γεφυρώσουμε τα χάσματα, για να ενωθούμε. Ποτέ, πότε ένωση με αιρετικούς δεν μπορούμε να κάνουμε παρά μόνο όταν αυτοί αποκηρύξουν με πραγματική μετάνοια τις ασεβείς και βλάσφημες κακοδοξίες τους.
*  *  *
(1) Στις θείες Λειτουργίες και του ιερού Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου και σε άλλες αρχαίες λειτουργίες μνημονεύονται κατά την προσφορά της αναίμακτης θυσίας οι άγιοι που δοξάστηκαν από το Θεό, κατά το Γραφικό “τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος” (Ψαλμ. ιε’ 3). Δηλαδή μνημονεύουμε τους Προπάτορες του Κυρίου, τους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές, τους Ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας, Όσιους, Ιεράρχες, Ασκητές και όλους τους Αγίους άνδρες και γυναίκες, όλως ιδιαιτέρως δε, όπως είπαμε, την Υπεραγία Θεοτόκο μας. Αλλά “των αγίων μνείαν ποιείται η Εκκλησία ουχί προς εξιλέωσιν των αμαρτιών αυτών, ωσεί ούτοι δεν εδικαιώθησαν, ουδ’ είναι εν ευφροσύνη έτι, αλλ’ ευχαριστούσα μεν τω Σωτήρι διά την προς τους αγίους χάριν και δόξαν, θεωμένη (καθώς βλέπει) δε το απολυτρωτικόν αυτού έργον μεθ’ όλων των ενεργειών και αποτελεσμάτων αυτού, των εμφανιζομένων εν τοις τελειωθώσι πνεύμασι (στις ψυχές των τελειωθέντων αγίων) της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ούτω δε μνημονεύουσα των αγίων δέεται συγχρόνως του Κυρίου, όπως ταις πρεσβείαις αυτών επακούση των υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων ευχών αυτής. Ούτως ερμηνεύουσι την μνείαν ταύτην των αγίων ου μόνον αι λειτουργίαι αυταί, εις το τέλος των οποίων προσθέτουν τας υπέρ αυτών ευχάς, λέγουσαι· “ων ταις ικεσίαις (δηλαδή διά των πρεσβειών των αγίων) επίσκεψαι ημάς ο Θεός και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”. Αυτά οι Αποστολικές Διαταγές (VIII, 12). Και ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων στη μυσταγωγική του κατήχηση (V, 9) λέει· “είτα (μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων) μνημονεύομεν και των προκεκοιμημένων πρώτων Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ταις ευχαίς αυτών και πρεσβείας προσδέξηται ημών την δέησιν”. Παρόμοια λένε και οι Πατέρες Αυγουστίνος και Χρυσόστομος.
Είναι δε ανάγκη να προστεθεί εδώ, ότι και οι Άγιοι Άγγελοι στον Ουρανό αποτελούν μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, είναι προστάτες και βοηθοί σε μας τους στρατευόμενους, μνημονεύονται στις θείες μας Ακολουθίες και Λειτουργίες και τιμούμε αυτούς επικαλούμενοι την προστασία τους ιδίως στις επιδρομές των δαιμόνων.