Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

“ΛΑΧΤΑΡΕΣ” ΚΑΙ ΛΑΧΤΑΡΑ!

“ΛΑΧΤΑΡΕΣ” ΚΑΙ ΛΑΧΤΑΡΑ!

          Σημεῖο κατάπτωσης καί ἐκφυλισμοῦ τῆς σημερινῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ μανία γιά κατανάλωση καί γιά πολυτέλεια.
          Γιατί αὐτό εἶναι κακό;
          Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τό ρίχνει στήν παράλογη φροντίδα τοῦ σώματος, ξεχνάει τήν ψυχή του.
          Ψάξε καί θά τό ἰδεῖς!
          • Πόσα “ἀθλητικά” κέντρα ὑπάρχουν στήν γειτονιά σου;
          •Πόσα ἑκατομμύρια ξοδεύονται σέ καταστήματα ὀμορφιάς καί σέ κέντρα αἰσθητικῆς, γιά τό “φτιάξιμο” τοῦ προσώπου, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς μιά ἡμέρα δέν θά ὑπάρχει;
          •Πόσες ὧρες ξοδεύονται γιά bodybuilding καί γιά bodyline (μέ τό ἀζημίωτο);
          Ἄν σέ κάτι τέτοιους ἀνθρώπους τολμήσεις καί μιλήσεις γιά προσευχή, νά γονατίσουν ἔστω μερικά λεπτά μπροστά στό Θεό, θά εἰσπράξεις, πέρα ἀπό τήν εἰρωνεία, καί ἕνα σωρό δικαιολογίες καί διαμαρτυρίες!
          Κάποιοι μάλιστα, πού θέλουν νά πουλοῦν ἐξυπνάδες, λένε:
          Τί; δίαιτα; Τί; νηστεία;
          Ναί, συμφωνοῦμε! Ἄν ὁ ἀπώτερος σκοπός θά εἶναι μόνο, (καί στίς δύο περιπτώσεις: νηστείας καί δίαιτας), ὁ ἄνθρωπος νά χάσει μερικά κιλά!
          Ὅμως. Ἡ νηστεία τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐπικεντρώνεται στό σῶμα, ἀλλά στήν ψυχή. Δέν ἔχει στόχο νά κάμει τό σῶμα εὔπλαστο, ἀλλά νά τό κάμει εὔχρηστο ὄργανο στά χέρια τῆς ψυχῆς, ὅπως ἕνα ἐργαλεῖο στά χέρια ἑνός ἐπιδέξιου τεχνίτη.
          Ἐδῶ προκύπτει καί τό ζωτικό ἐρώτημα: Τί ἀπό τά δύο εἶναι τό σωστό;
• Ἡ ψυχή εἶναι ὄργανο τοῦ σώματος; ἤ τό σῶμα ὄργανο τῆς ψυχῆς;
• Ἡ ψυχή ὀφείλει νά ἀκολουθεῖ τίς ἐπιταγές (τίς ὀρέξεις) τοῦ σώματος; ἤ τό σῶμα νά ὑποτάσσεται στά παραγγέλματα τῆς ψυχῆς;
Τό γνωρίζομε ὅλοι ἐκ πείρας, τό κάθε ἕνα ἀπό αὐτά ἔχει, ὄχι ἁπλά τίς ἀπαιτήσεις του, ἀλλά καί ὅτι ἐπιζητεῖ αὐταρχικά τήν ἱκανοποίησή τους. Ὅμως δέν εἶναι δυνατό καί τά δύο νά ἱκανοποιοῦν ταυτόχρονα. Δέν μποροῦν νά καθίσουν καί τά δύο μαζί στό ἴδιο τραπέζι!
Τί μᾶς λέει αὐτό;
Ἡ ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου κρίνεται μέ βάση τίς ἐπιθυμίες του· τίς ὀρέξεις του· τίς λαχτάρες του. “Πές μου, τί ποθεῖς· καί θά σοῦ εἰπῶ, τί ἄνθρωπος εἶσαι”!
• Λαχταρᾶς γιά χρήματα περισσότερο ἀπό ὅ,τι γιά συμπόνια καί καλοσύνη;
• Λαχταρᾶς γιά πλούτη περισσότερο ἀπό ὅ,τι γιά ἀρετή;
• Λαχταρᾶς γιά δύναμη καί γιά ἀξιώματα περισσότερο ἀπό ὅ,τι γιά θυσία καί διάθεση νά ὑπηρετεῖς τόν συνάνθρωπό σου;
• Λαχταρᾶς νά σβήνεις τήν δίψα τῆς καρδιᾶς σου μέ ἡδονές τοῦ σώματος; ἤ, σάν πνευματική ὀντότητα, τρέχεις στίς πηγές τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ πού ξεδιψάει τήν ψυχή;
*      *      *
Συμπέρασμα:
Οἱ λαχτάρες γιά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου εὐφραίνουν μέν τό σῶμα, ἀλλά σβήνουν τήν λαχτάρα τῆς ψυχῆς γιά τά αἰώνια καί ἀληθινά. Καί συνεπῶς:
• Ἐκεῖνος πού φροντίζει νά γεμίζει τήν κοιλιά περισσότερο ἀπό τήν καρδιά, εἶναι ἄνθρωπος πολύ φθηνός!
• Ἐκεῖνος πού “σκοτώνεται” γιά τό σῶμα καί ἀδιαφορεῖ γιά τήν ψυχή σου, ἔχει πέσει σέ πνευματική ἀποτελμάτωση!
Ὅ,τι εἶναι θησαυρός σου, ἐκεῖ κολλάει ἡ καρδιά σου!
         
*      *      *
Σύ τί προτιμᾶς; Τί λαχταρᾶς;
                            
Fulton Sheen
(Καθηγητής Ψυχολογίας)

      Μετ. Ἀρχιμ. Α.Μ.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

            Ἕνα ἐρώτημα πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ, μέ ἀφορμή καί πάλι τήν σχολική ἑορτή τῶν τριῶν ἱεραρχῶν εἶναι: πῶς καί γιατί τό Ἑλληνικό ἔθνος ἐπέλεξε σάν προστάτες τῆς παιδείας τρεῖς ἀρχιερεῖς καί ὄχι κάποιους φιλοσόφους ἤ ἐπιστήμονες.
            Ὅταν ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 ἐ­πέ­τυ­χε καί τό Γέ­νος μας ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε, τό­τε ἄρ­χι­σε μι­ά συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θει­α ἀ­νόρ­θω­σης καί ἐ­ξύ­ψω­σης τοῦ λα­οῦ μας, μέ τήν μά­θη­ση. Τό­τε ἀ­να­ζη­τή­θη­κε μι­ά κα­τευ­θυ­ντή­ρι­α γραμ­μή. Καί αὐ­τή, βρέ­θη­κε στήν ἁ­γι­ό­τη­τα καί στή σο­φί­α.
            Γι­’ αὐ­τό καί οἱ πα­τέ­ρες μας, στήν νε­ώ­τε­ρη Ἑλ­λά­δα, θέ­σπι­σαν σάν ἑ­ορ­τή τῆς παι­δεί­ας, τήν ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Δη­λα­δή, τέ­θη­κε σάν πα­ρά­δει­γμα πρός μί­μη­ση ἁ­γι­ό­τη­τα καί ἡ σο­φί­α τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Δι­ό­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ σο­φί­α δέν εἶ­ναι κλη­ρο­νο­μι­κά προ­σό­ντα, ἀλ­λά θέ­λουν κό­πο καί σω­στή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση.
            Γι­ά νά τό κα­τα­λά­βου­με αὐ­τό, πρέ­πει νά θυ­μη­θοῦ­με ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή τοῦ με­γά­λου νο­μο­θέ­τη Λυ­κούρ­γου.
            Κά­πο­τε, οἱ Σπαρ­τι­ᾶ­τες πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Λυ­κοῦρ­γο νά φτι­ά­ξει νό­μους, δι­ό­τι ἔ­βλε­παν ὅ­τι δέν πᾶ­νε κα­θό­λου κα­λά.
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος δέ­χθη­κε τό αἴ­τη­μά τους, ἀλ­λά τούς ζή­τη­σε νά τοῦ δω­ρί­σουν δύ­ο νε­ο­γέν­νη­τα σκυ­λά­κι­α. Καί ἀ­πό τήν ἴ­δι­α ὥ­ρα ἄρ­χι­σε νά τά ἐκ­παι­δεύ­ει. Μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό σύ­στη­μα τό κα­θέ­να. Τό ἕ­να, τό τάι­ζε κα­λά. Καί τοῦ ἔ­κα­νε ὅ­λα τά κέ­φι­α. Τό ἄλ­λο τό ἐ­γύ­μνα­ζε στό κυ­νή­γι. Καί τό τα­λαι­πω­ροῦ­σε σκλη­ρά. Ταυ­τό­χρο­να ἔ­γρα­φε τούς νό­μους, πού θά ἔ­κα­ναν τή Σπάρ­τη νά με­γα­λουρ­γή­σει.
            Ὅ­ταν τά σκυ­λά­κι­α με­γά­λω­σαν καί ἡ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῶν νό­μων εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ, συ­γκέ­ντρω­σε τούς Σπαρ­τι­ᾶ­τες στήν  ἐ­πί­ση­μη συ­νέ­λευ­ση τῆς Ἀ­πέλ­λας. Καί ἐ­κεῖ, μπρο­στά στούς Σπαρ­τι­ᾶ­τες, ἔ­φε­ρε τά δύ­ο σκυ­λι­ά.
            Ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν καί ψι­θύ­ρι­ζαν. Ἀλ­λά ὁ Λυ­κοῦρ­γος εἶ­χε τό σχέ­δι­ό του.
            - Θυ­μᾶ­στε τά δύ­ο σκυ­λι­ά; Ἐ­ρώ­τη­σε.
            - Ναί, τοῦ ἀ­πά­ντη­σαν. Εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἴ­δι­α μά­να!
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος ἐ­πέ­τα­ξε μπρο­στά στά σκυ­λι­ά ἕ­να κομ­μά­τι κρέ­ας καί ἕ­να λα­γό! Τό κα­λο­μα­θη­μέ­νο σκυ­λί, ὅρ­μη­σε στό κρέ­ας. Τό ἄλ­λο ἔ­τρε­ξε πί­σω ἀ­πό τό λα­γό. Καί σέ λί­γο τόν ἔ­φε­ρε μπροστά τους!
            Τό­τε ὁ Λυ­κοῦρ­γος ἐ­ρώ­τη­σε:
            - Σέ ποι­ό σκυ­λί θέ­λε­τε νά μοι­ά­σουν τά παι­δι­ά σας;
            Τό­τε, οἱ Σπαρ­τι­ᾶ­τες κα­τά­λα­βαν τό νό­η­μα. Καί ἐ­δέ­χθη­καν παμ­ψη­φεῖ τούς νό­μους.
            Κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι ὁ κα­λός δέν γεν­νι­έ­ται. Ἀλ­λά γί­νε­ται.
            Συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν, ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ λε­βε­ντι­ά δέν εἶ­ναι κλη­ρο­νο­μι­κά. Ἀλ­λά θέ­λουν μό­χθο καί σω­στή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση.
* * *
            Μέ τήν ἴ­δι­α φω­τι­σμέ­νη σκέ­ψη οἱ πα­τέ­ρες μας ὅ­ρι­σαν ἑ­ορ­τή τῆς παι­δεί­ας, τήν ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Δηλαδή ὅρισαν τούς Ἁγίους, προστᾶτες καί καθοδηγητές μας.
            Οἱ ἅ­γι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες εἶ­χαν ὅ­λα τά προ­σό­ντα γι­ά νά ἀ­πο­κτή­σουν «ἕ­να κομ­μά­τι κρέ­ας»,δηλ. μι­ά θέ­ση μέ πα­χυ­λό μι­σθό καί νά ζή­σουν ἀ­θε­ό­φο­βα.
            Ὅ­μως σκο­πό στή ζω­ή τους δέν ἔ­κα­ναν τά ἔν­στι­κτα, ἀλ­λά τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, τίς ἀ­ρε­τές.
·     Ἐ­άν κά­ποι­ος δέν κα­τα­λά­βει τί εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τή, πο­τέ δέν θά κα­τα­νο­ή­σει τί εἶ­ναι ἡ κα­κί­α καί τά πά­θη.
·     Ἐ­άν δέν γνω­ρί­σεις τήν ἀ­γά­πη, δέν ξέ­ρεις τί εἶ­ναι τό μῖ­σος.
·     Ἐ­άν δέν ζή­σεις τήν ἁ­γνό­τη­τα, θά νο­μί­ζεις τήν σα­πί­λα τῆς δι­α­φθο­ρᾶς ἐ­πι­τυ­χί­α.
·     Ἐ­άν δέν μά­θεις κυ­νή­γι, θά γί­νεις «χα­σα­πό­σκυ­λο».
            Οἱ ἅ­γι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες δέν ἔ­ψα­χναν γι­ά τό «κρέ­ας», ἀλ­λά γι­ά τόν «λα­γό». Ἀ­γω­νί­στη­καν νά ἀ­γα­πή­σουν τόν Θε­ό μέ ὅ­λη τή δύ­να­μή τους, καί τόν συ­νάν­θρω­πό τους σάν τόν ἑ­αυ­τό τους. Τό ἠ­θι­κό τους με­γα­λεῖ­ο εἶ­ναι ἀ­προ­σπέ­λα­στο.
            Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­στρέ­φε­ται τήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή πού δί­δα­ξαν οἱ ἅγι­οι Τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες, κο­ροϊ­δεύ­ει τούς ἄλ­λους, γι­ά νά μήν ἀ­κού­ει ὁ ἴ­δι­ος τίς φω­νές τῆς τα­ρα­γμέ­νης του συ­νεί­δη­σης.
Τό πρό­τυ­πο τῶν Τρι­ῶν Με­γά­λων Φω­στή­ρων τῆς Τρι­ση­λί­ου Θε­ό­τη­τος, πρέ­πει νά εἶ­ναι τό φῶς πού θά μᾶς φω­τί­ζει καί θά μᾶς κα­τευ­θύ­νει πρός τήν ἀληθινή σοφία καί ἁγιότητα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

            Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες, Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι  Πνευματικοί  Φάροι στήν  πορεία τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς μας.   Εἶναι Ἐκεῖνοι πού  ἔλαβαν Φῶς ἀπό τόν Φωτοδότη Κύριό μας καί ἔγιναν ὁλόφωτοι. Εἶναι οἱ άληθινοί Διαφωτιστές, πού μᾶς ὁδηγοῦν σταθερά καί μέ ἀσφάλεια στό Φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι τά αὐθεντικά πρότυπα τῆς ζωῆς μας, πού μᾶς βοηθοῦν νά προσανατολιστοῦμε πρός τό ἀληθινό Φῶς. Νά συνειδητοποιήσουμε γιατί ζοῦμε. Νά γνωρίσωμε τό ἀγαθό καί τέλειο θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Νά καταλάβουμε ὀρθά τόν προορισμό μας. Καί νά γεμίσει Νόημα, Περιεχόμενο καί Χαρά ἡ ζωή μας. 
             Γι᾿ αὐτό, τό Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν, τό 1843 μ.Χ. καθιέρωσε ἐπίσημα τήν γιορτή τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ὡς γιορτή τῆς Παιδείας. Ἀπό τότε οἱ τρεῖς Ἱεράρχες  θεωροῦνται καί τιμῶνται ὡς Προστάτες τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας.
Ὁ Μ. Βασίλειος μιλάει γιά τόν σημαντικό ρόλο τῆς οἰκογένειας: Πρῶτο διδασκαλεῖο εἶναι τό σπίτι, ἡ οἰκογένεια. Μέσα ἐκεῖ τό παιδί νά ἔχει ὡς σύντροφο «τήν τῶν γονέων νουθέτησιν, τήν τῶν θειοτέρων λόγων ἀκρόασιν, ἀναγνώσματα σωτήρια, διηγήματα πρός  σεμνότητα καί σωφροσύνην τυποῦντα».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀπευθυνόμενος πρός τούς γονεῖς καί διδασκάλους, μᾶς λέγει : «γενέσθαι φῶς καί εἶτα φωτίσαι».
Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες τήν Παιδεία τήν ὀνομάζουν Φῶς καί Φῶτα. Μέ ἄλλα λόγια ὁ διδάσκαλος τῆς Παιδείας πρέπει νά εἶναι Φωτοδότης καί Φωστήρας. Καί τό σχολεῖο πρέπει νά εἶναι χῶρος ὅπου τά παιδιά μας θά Φωτίζονται. Θά παίρνουν Φῶτα, γιά νά Φωτίζουν τά βήματά τους στή ζωή. Νά βλέπουν ποῦ καί πῶς θά περπατήσουν.
Ἡ Ἐκπαίδευση πρέπει νά εἶναι Φῶς καί νά δίνει Φῶς. Σ᾿ αὐτά ὅλοι συμφωνοῦμε. Ὅμως  τί εἶναι Φῶς; Ὅταν λέμε Φῶς ἐννοοῦμε ὅλοι τό ἴδιο πρᾶγμα; Ἤ μήπως ἐνῶ ὅλοι λέμε πώς πᾶμε στόν ἴδιο προορισμό, ἔχουμε μπεῖ σέ διαφορετικῆς κατεύθυνσης «λεωφορεῖα»;
            Προσοχή! Στήν ἐποχή μας ὑπάρχουν πολλά ψεύτικα φῶτα. Γι’ αὐτό καί ὁ ποιητής μᾶς λέει: «Ἦταν φῶτα, χίλια φῶτα, μά δέν ἤτανε τό Φῶς» (Γ. Βερίτης). Πολλοί Νεοέλληνες εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τά φῶτα τῆς Δύσεως, τοῦ Διαφωτισμοῦ.
Στήν Εὐρώπη, οἱ γραμματισμένοι, τήν χρονική περίοδο ἀπό τό 1688 μ.Χ. μέχρι τό 1789 μ.Χ. τήν ὀνόμασαν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ ἤ Αἰώνα τῶν Φώτων.           
Οἱ «φωστῆρες» τοῦ Αἰώνα τῶν Φώτων, ὅταν βρέθηκαν στήν ἐξουσία, ἔβγαλαν ἕνα «δημοκρατικό» διάταγμα, πού ἐπέβαλλε τήν ἀθεΐα καί καταργοῦσε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Γι᾿  αὐτούς μοναδικός ἥλιος πού φωτίζει τόν κόσμο ἦταν μόνο ἡ ἀνθρώπινη λογική! Τό μυαλουδάκι μας! Γιά αὐτούς ἄλλο φῶς δέν ὑπάρχει! Διακήρυτταν ὅτι ἡ πίστη σέ ἄλλα φῶτα γρήγορα θά σβήσει! Καί ἡ Ἁγία Γραφή γρήγορα θά βρίσκεται μόνο στά παλιατζήδικα καί στά μουσεῖα.
            «Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καί λήθη παραδέδονται. Ποῦ δέ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπέρ τόν ἥλιον λάμπει». Ποῦ εἶναι, μᾶς θυμίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, αὐτοί πού πολέμησαν τήν Ἐκκλησία; Ἔχουν πεθάνει καί ἔχουν ξεχασθεῖ. Ποῦ εἶναι ὅμως ἡ Ἐκκλησία; Λάμπει πιό φωτεινή καί ἀπό τόν ἥλιο.
Ὁ Γάλλος Βιολόγος - Μαθηματικός καί Ἀκαδημαϊκός Fr. Jacob (Φρ. Ζακόμπ, βραβεῖο Νόμπελ) στό ἔργο του «Τό παιχνίδι τῶν πιθανοτήτων» γράφει: «Ὁ αἰῶνας τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ὁ 19ος αἰῶνας εἶχαν τήν παραφροσύνη νά θεωροῦν ὅτι, ἡ ἀνθρώπινη λογική ὄχι μόνον ἦταν τό ἀπαραίτητο ἐργαλεῖο γιά νά ἐξηγηθοῦν τά ἀνθρώπινα, ἀλλά καί ὅτι μόνη της ἀρκοῦσε νά λύσει ὅλα τά προβλήματα». Γι’ αὐτό ἔχει δίκιο ὁ ἐπιστήμονας αὐτός πού κατηγορεῖ τούς Διαφωτιστές ὅτι τελικά  κατε-ξευτέλισαν τήν λογική.
Οἱ τρεῖς μέγιστοι Φωστῆρες τοῦ πνεύματος ἀποδίδουν μεγάλη σημασία στήν παιδεία καί τή θεωροῦν, ὡς τό πρῶτο ἀπό τά ἀγαθά μας.«Δέν ὑπάρχει τέχνη σπουδαιότερη ἀπό τήν ἐκπαίδευση, διότι αὐτή διαπλάσσει τήν ψυχή καί τόν χαρακτήρα τοῦ νέου» (Ἅγιος Ἰω. Χρυσόστομος).
Σύμφωνα μέ τούς Φωτεινούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς ψυχῆς μας, πού τήν φωτίζει καί τήν ζωογονεῖ.
Ὁ μεγαλύτερος ποιητής τῆς νεότερης Ἑλλάδας εἶναι ὁ Διονύσιος Σολωμός. Ἔγραψε καί τόν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Εἶναι δηλαδή ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Αὐτός ὁ ὑπέροχος ἄνθρωπος  ἦταν πολύ καλός Χριστιανός.
 Κάποτε ἕνας γνωστός του, ὁ ὁποῖος  ἀμφιταλαντευόταν στήν χριστιανική πίστη, βλέποντας τόν τρόπο τῆς ἐνάρετης ζωῆς  καί τῆς εὐσέβειάς του, μιά μέρα τόν πείραξε καί τοῦ εἶπε: «Καλά, δέν μπορῶ νά σέ καταλάβω! Κάνεις τόσα καί θυσιάζεις τόσα γιά τήν ψυχή σου καί γιά τόν Χριστό. Δέν μοῦ λές ἐπιτέλους, τί σοῦ δίνει ὁ Χριστός;»
Ἐκείνη τήν ὥρα οἱ δύο φίλοι περπατοῦσαν μέσα σ᾿ ἕνα χωράφι, πού ἦταν γεμᾶτο ἀπό ὄμορφα λουλούδια. Γυρίζει τότε ὁ Σολωμός καί λέει στόν ὀλιγόπιστο φίλο του: «Ὅ,τι δίνει ὁ ἥλιος σέ αὐτά τά λουλούδια, δίνει καί ὁ Χριστός σέ μένα!»
Ὁ ἥλιος βρίσκεται ἑκατομμύρια χιλιόμετρα μακρυά. Τί μπορεῖ νά προσφέρει στά λουλούδια; Καί ὅμως! Ὅταν πάρουμε ἕνα φυτό καί τό κλείσουμε σέ ἕνα  σκοτεινό χῶρο,  τότε θά καταλάβουμε πόσο εὐεργετικός εἶναι ὁ ἥλιος. Τό φυτό σέ λίγες ἡμέρες θά κιτρινίσει, θά σαπίσει καί θά σβήσει. Γιατί τοῦ λείπει  τό ζωογόνο φῶς τοῦ ἡλίου. 
 Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μᾶς συμβουλεύουν μέ ἀγάπη: Κάθε ἄνθρωπος πού βγάζει ἀπό τήν ζωή του τό νοητό Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τό Φῶς τοῦ κόσμου, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό,   ἄνθρωπος σωστός  δέν θά γίνει ποτέ.
            Κάθε φορά πού βλέπουμε κάποιον ἄνθρωπο νά κάνει μιά βρωμιά ἤ μιά παλιανθρωπιά  τότε λέμε: «Αὐτός δέν εἶναι ἄνθρωπος».
             «Ἄνθρωπός ἐστιν, οὐχ ὅστις ἁπλῶς χεῖρας καί πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ’ ὅστις λογικός μόνον, ἀλλ’ ὅστις εὐσέβειαν καί ἀρετήν μετά παρρησίας ἀσκεῖ » (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος).
            Τό Φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέσπερο καί ἄδυτο . Τά φῶτα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία, χωρίς τόν φωτισμό τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀφήνουν κρύα τήν καρδιά καί τόν ἄνθρωπο πνευματικά χειρότερο, καί ἠθικά ὑποβαθμισμένο. Γι᾿ αὐτό ἔχουμε χρέος ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας, νά ἀναζητοῦμε τό ἀνέσπερο καί ἄδυτο Φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού ζωογονεῖ  τήν ψυχή μας καί  φωτίζει τόν νοῦ μας.
Οἱ τρεῖς μέγιστοι Φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος, ἔφθασαν σέ ἠθικό μεγαλεῖο ἀπροσπέλαστο. Γιατί κριτήριο καί κατευθυντήρια γραμμή τους δέν ἔκαμαν τά κατώτερα ἔνστικτα ἀλλά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τίς ἀρετές.
Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πρέπει νά μᾶς ἐμπνέει καί νά μᾶς φρονηματίζει, γιά νά μιμηθοῦμε τήν πίστη καί τήν εὐλάβειά τους. Κάθε ἄνθρωπος πού άποστρέφεται τήν διδα­σκα­λία τους γιά ἐνάρετη ζωή, βρίσκεται σέ πνευματική σύγχυση καί ἀκαταστασία. Καί φωνάζει δυνατά ἐναντίον τῶν ἄλλων, γιά νά μήν ἀκούει ὁ ἴδιος τίς φωνές τῆς ταραγμένης του συνείδησης. Γιατί δέν ὑποφέρει τόν ἔλεγχο καί τίς τύψεις της.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η πηγή των 34 παρακάτω άρθρων είναι Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ http://www.xfd.gr/
Τα άρθρα αυτά πηγάζουν από το βιβλίο «Η Ορθόδοξος Χριστιανική Πίστις μας» +Αθανασίου Σ. Φραγκοπούλου, εκδ. “Ο Σωτήρ” .

Η αιώνια ζωή και η αιώνια κόλαση


Το αποτέλεσμα της καθολικής κρίσης των ανθρώπων κατά τη δεύτερη παρουσία του Κυρίου είναι η αιώνια ζωή των δίκαιων, που τάχθηκαν στα δεξιά του δίκαιου Κριτή και άκουσαν το “δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου”, και η αιώνια καταδίκη της κόλασης των αμαρτωλών, που στάθηκαν στο αριστερό του Κριτή και άκουσαν το “πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλων και τοις αγγέλοις αυτού”. Και το “απελεύσονται ούτοι (οι αμαρτωλοί) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνον” (Ματθ. κε’ 34, 41, 46). Όχι, δεν θα εξαφανιστούν οι αμαρτωλοί, όπως ισχυρίζονται οι Χιλιαστές, ούτε θα παιδευθούν μερικά χρόνια, οπότε τάχα θα μετανοήσουν και θα σωθούν, όπως φλυαρούν μερικοί άλλοι αιρετικοί. Κόλαση αιώνια είναι η ποινή και ο κλήρος των αμετανόητων αμαρτωλών και η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί τρομερές εικόνες για να παραστήσει το φρικτό της κόλασης. Την ονομάζει την κόλαση “πυρ το εξώτερον”, “σκώληκα ακοίμητο”, “λίμνην του πυρός καιομένη πυρί και θείω”, όπου “ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων” (Ματθ. η’ 12). Είναι, λοιπόν, κάτι το απερίγραπτα φοβερό. Και αυτό το φοβερό θα είναι αιώνιο και ατελεύτητο, χωρίς τέλος, χωρίς ελπίδα αλλαγής και βελτίωσης της κατάστασης των κολαζόμενων. Και η αιώνια ζωή είναι πάλι το αφάνταστα άξιο και λαμπρό και ευφρόσυνο. Είναι κατά την Αγία Γραφή “αμαράντινος της δόξης στέφανος”, είναι δόξα και τιμή και ευφροσύνη αιώνια, είναι θεία μακαριότητα, αφού είναι ζωή της βασιλείας των Ουρανών, όπου λάμπει και τέρπει ο Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός μας, ο βασιλιάς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων. Και όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης· “ούτε τα αγαθά τα εν επαγγελίας τοις ευ βεβιωκόσι (σε αυτούς που έζησαν κατά Θεόν) προκείμενα τοιαύτα εστιν, ως εις υπογραφήν λόγου ελθείν (είναι δηλαδή απερίγραπτα)… ούτε μην η αλγεινή των πεπλημμεληκότων ζωή πρός τι των τήδε λυπούντων την αίσθησιν ομοτίμως έχει”. Ούτε δηλαδή μπορούμε και τη θλίψη των αμαρτωλών της κόλασης να παρουσιάσουμε με ανάλογη εικόνα από όσα μας συμβαίνουν εδώ στη γη, για να εννοήσουμε έτσι πόσο φρικτά είναι τα δεινά της κόλασης. Και σε άλλο μέρος ο ίδιος Πατήρ· “πυρ γαρ ακούων άλλο τι παρά τούτο νοείν εδιδάχθης (η φωτιά της κόλασης δηλαδή μη νομίζεις πως είναι όμοια με τη φωτιά που έχουμε εδώ στη γη)… πάλιν σκώληκά τις ακούσας μη διά της ομωνυμίας προς το επίγειον τούτο θηρίον αποφερέσθω τη διανοία”. Άλλο το σκουλήκι που βλέπουμε εδώ και άλλο το σκουλήκι της κόλασης. Αυτό είναι ένα ζωύφιο, εκείνο ένα ανήμερο θηρίο που δεν τελειώνει ποτέ. Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· “ουχ υλικόν (το αιώνιο πυρ) οίον το παρ’ ημίν, αλλ’ οίον αν ειδείη Θεός”. Μόνο ο Θεός τώρα γνωρίζει τι είναι η αιώνια φωτιά της κόλασης, εμείς το αγνοούμε. Είναι απλώς μια φρικτή και φοβερή εικόνα που πρέπει να μας φοβίζει, να μας κάνει να τρέμουμε και μόνη η σκέψη της, για να αποφεύγουμε την αμαρτία και αν αμαρτάνουμε να μετανοούμε, για να το αποφύγουμε.
Ως προς το τι είναι η αιώνια ζωή, ας αναφέρουμε τέλος τους λόγους του θείου αποστόλου Παύλου. Ανέβηκε στον ουρανό και είδε με τα μάτια του τη ζωή και τα αγαθά του Παραδείσου και είπε και έγραψε κατόπιν “ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν (αγαθά δηλαδή τόσο ένδοξα και τερπνά που στον κόσμο αυτό ούτε μάτι ανθρώπου τα είδε ποτέ ούτε αυτί ανθρώπου τα άκουσε ούτε ποτέ τα φαντάστηκε και τα επιθύμησε ανθρώπινη καρδιά. Είναι τέτοια τα αγαθά αυτά, που είναι αδύνατο ανθρώπινη γλώσσα να βρει λέξεις και να τα περιγράψει)… και ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι” (Α’ Κορινθ. β’ 9, Β’ Κορινθ. ιβ’ 4). Αλλά ό,τι και αν πούμε, τώρα είναι ατελή και ανεπαρκή να μας παραστήσουν τα πραγματικά. Τώρα βλέπουμε “εν εσόπτρω και εν αινίγματι”· τα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και σαν σε όνειρο. Τότε “οψόμεθα καθώς εστι”· τότε θα τα δούμε όπως ακριβώς είναι. Και αυτά πρέπει να επιδιώκουμε καθ’ όλη την επίγεια ζωή μας. Δηλαδή, να αγιάζουμε τον εαυτό μας και να ζούμε, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας ορίζει στο Ευαγγέλιό του. Και τότε θα βασιλεύσουμε μαζί με τον αιώνια βασιλιά και Κύριο της δόξας, τον βασιλιά των βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων, στην επουράνια βασιλεία του, ως βασιλείς και εμείς ένδοξοι και αιώνιοι και αθάνατοι. Και θα είναι αιώνια η βασιλεία του. Μαζί δε με εκείνον και η δική μας, διότι “της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος” (Λουκ. α’ 33). Είθε αυτής και εμείς όλοι να αξιωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ ΤΩ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΘΕΩ ΔΟΞΑ.

Η ανάσταση των νεκρών και η γενική κρίση


Είπαμε, ότι ο Κύριος θα έλθει δεύτερη φορά για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Είπαμε ακόμα πριν από αυτό, ότι μόλις πεθάνει ο άνθρωπος γίνεται γι’ αυτόν μία μερική κρίση, κατά την οποία ο μεν πιστός και δίκαιος νοιώθει ότι από τη στιγμή εκείνη βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στον Παράδεισο, κοντά στο Θεό, και περιμένει με ευχάριστη αναμονή τη γενική κρίση και την τέλεια απόλαυση των αγαθών του Παραδείσου. Αντιθέτως ο άπιστος και αμαρτωλός βρίσκεται από τότε στα βάσανα του Άδη, όπως δείχνει και η παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου, και με φρίκη και τρόμο περιμένει τη γενική κρίση για να ριφθεί εξ ολοκλήρου στην αιώνια κόλαση. Αλλά για να γίνει η γενική αυτή και τελειωτική κρίση, πρέπει να προηγηθεί η δεύτερη παρουσία του Κυρίου, και για να κρίνει ο Κριτής ζωντανούς και νεκρούς, δίκαιους και άδικους, πρέπει από τη δεύτερη ακόμα παρουσία να προηγηθεί η ανάσταση των νεκρών, δηλαδή ανάσταση των σωμάτων, οπότε θα ενωθεί κάθε ψυχή με το σώμα που είχε στην επίγεια ζωή της και το οποί σώμα θα είναι μετά την ανάσταση αποπνευματισμένο και όχι υλικό και έτσι θα παρουσιαστούμε όλοι μπροστά στο βήμα του Χριστού.
Η ανάσταση των νεκρών είναι από τα πιο σπουδαία δόγματα της αγίας μας Θρησκείας και το βεβαιώνει σε πολλά μέρη η Αγία Γραφή· “Έρχεται ώρα, λέει ο Κύριος, εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά πράξαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως” (Ιωάν. ε’ 28-29). Και ο απόστολος Παύλος· “ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα” (Α’ Κορινθ. ιε’ 51, 52). Και εις την Α’ Θεσσαλ. Δ’ 14-17· “εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα”.
Τονίσαμε πρωτύτερα, ότι το σώμα που θα αναστηθεί δεν θα είναι υλικό, όπως ήταν, όταν κατατέθηκε στον τάφο νεκρό. Θα είναι πνευματικό και άφθαρτο, όπως ήταν το σώμα του Κυρίου μετά την ανάστασή του. Και αυτό ο θείος Παύλος το λέει· “Δει γαρ το φθαρτόν τούτο (σώμα) ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν”. Και τώρα που πεθαίνει “σπείρεται εν φθορά” και κατά την ανάσταση “ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν (σώμα που το ζωοποιούσε η ψυχή), ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν (δηλαδή ζωικό), καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν… ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν”, κατά την ανάσταση (Α’ Κορινθ. ιε’ 42-46). Δηλαδή δεν θα λάβουμε άλλα σώματα κατά την ανάστασή μας, αλλά τα ίδια που έχουμε τώρα κατ’ ουσία, με διαφορετικές όμως, πνευματικές, ιδιότητες (1). Και όπως είπε ο Κύριος, θα αναστηθούν “οι τα αγαθά ποιήσαντες” πιστοί και άγιοι “εις ανάστασιν ζωής”, γι’ αυτό, παρότι φοβερή για όλους θα είναι η δεύτερη παρουσία, αυτοί “εν χαρά και αγαλλιάσει” θα δεχθούν την παρουσία του Κυρίου, για να λάβουν τον δίκαιο μισθό της αρετής τους. Θα αναστηθούν και “οι τα φαύλα πράξαντες”, αλλ’ αυτοί “εις ανάστασιν κρίσεως” και κυρίως σε αυτούς θα είναι φοβερή η ημέρα της θείας παρουσίας.
Με την τελική κρίση συνδέεται και η συντέλεια του κόσμου. Συντέλεια δεν θα πει πως θα καταστραφεί και θα αφανιστεί ο κόσμος, αλλά θα αλλάξει, θα πάρει νέο σχήμα, νέα σύσταση και μορφή, όπως ο ψαλμός λέει “ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς (τους ουρανούς) και αλλαγήσονται”. Τότε θα εκλείψει και θα εξαφανιστεί το κακό και η αμαρτία, θα καταργηθεί ο θάνατος, αφού λέει ότι “έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος”, και όλη η φύση θα ελευθερωθεί από τη ματαιότητα στην οποία υποτάχθηκε λόγω της αμαρτίας και θα ανακαινισθεί.
*  *  *
(1) Λέει ως προς αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· “Εξεγείρεται μεν τούτο το σώμα, αλλ’ ου μέντοι τοιούτον, αλλά μένει αιώνιον. Ουκέτι τροφών τοιούτων χρείαν έχει προς ζωήν, ουδέ κλιμάκων προς ανάβασιν· γίνεται γαρ “πνευματικόν”, θαυμάσιόν τι και οίον ειπείν κατ’ αξίαν ουκ έχομεν”. Δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ποιο είναι και ποια αξία έχει το σώμα εκείνο.

Η δευτέρα παρουσία του Κυρίου


Όλοι μας οι Χριστιανοί, σύμφωνα με όσα και ο ίδιος ο Κύριος είπε, οι άγιοι Απόστολοί του κήρυξαν και η αγία του Εκκλησία ανέκαθεν διδάσκει διά των αγίων Πατέρων ακι διδασκάλων της, περιμένουμε και δεύτερη παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στο σύμβολο της Πίστης μας λέμε για τον Κύριο· “και πάλι ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ού της βασιλείας ουκ έσται τέλος”. Θα έλθει, λοιπόν και πάλι ο Χριστός. Αυτή είναι η δεύτερη παρουσία του. Πότε θα έλθει; Άγνωστο. Τον ρώτησαν οι Απόστολοί του· “ειπέ ημίν πότε ταύτα έσται (τα φοβερά γεγονότα που θα προηγηθούν της δεύτερής σου παρουσίας), και τι το σημείον της σης παρουσίας και της συντελείας του αιώνος;”. Και εκείνος απάντηση· “βλέπετε μη τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες, εγώ ειμι ο Χριστός, και πολλούς πλανήσουσι”. Τους απαριθμεί έπειτα το τι θα γίνει πριν από τη δεύτερή του παρουσία, όπως και προηγουμένως είπαμε, πόλεμοι και φόβοι και λοιμοί και σεισμοί και ψευδοπροφήτες πολλοί και κακία και πόνος και μίσος και αναστάτωση μεγάλη σε όλα τα έθνη της γης, ότι θα κηρυχθεί το Ευαγγέλιό του σε όλο τον κόσμο, και “τότε ήξει το τέλος” (Ματθ. κδ’ 3-14). Προσθέτει δε σε άλλο μέρος, ότι “περί της ημέρας εκείνης και ώρας (της δεύτερής του δηλαδή παρουσίας) ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος” (Ματθ. κδ’ 36). Λοιπόν άγνωστη σε όλους και μόνο στο Θεό γνωστή η ημέρα της Δεύτερης παρουσίας του Κυρίου, όπως ο ίδιος λέει. Από τους λόγους αυτούς του Κυρίου βλέπει κανείς πόσο πλανώνται οι δυσσεβείς Χιλιαστές, οι οποίοι πολλές φορές όρισαν τη δεύτερη παρουσία του Χριστού και διαψεύσθηκαν, χωρίς να διορθωθούν και παύσουν να την προσδιορίζουν. Πότε θα έλθει και πάλι ο Κύριος κανείς δεν το ξέρει.
Πώς όμως θα έλθει; Θα έλθει ως βασιλιάς ένδοξος και κραταιός “μετά δυνάμεως και δόξης πολλής”. Διότι δεν θα έλθει για να σώσει τότε τον κόσμο, αλλά για να κρίνει τον κόσμο, όλο τον κόσμο, όλους εμάς. “Τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσηται έκαστος τα διά του σώματος προς ά έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν” (Β’ Κορινθ. ε’ 10). Γι’ αυτό “όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού. και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων. και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εφ ευωνύμων” (Ματθ. κε’ 31-33). Επομένως και ένδοξη και φοβερή θα είναι η δεύτερη παρουσία του Κυρίου. Τόσο ένδοξη και φοβερή, που εμείς είναι αδύνατο να περιγράψουμε το μεγαλείο και τη δόξα της παρουσίας εκείνης. Αδύνατο όμως να πούμε και ποιος φόβος και τρόμος θα κυριεύσει όλους μεν τους ανθρώπους κατά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, ιδιαιτέρως δε τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Αυτοί θα στέκουν τρέμοντας και οδυρόμενοι στα αριστερά του δίκαιου Κριτή.

Η τιμή των Αγίων μας


Για όλους μας τους κεκοιμημένους εμείς που αποτελούμε την επί γης στρατευόμενη του Χριστού Εκκλησία δεόμαστε προς Κύριο και ζητούμε την ανάπαυσή τους στη βασιλεία του. Ιδιαιτέρως στρεφόμαστε προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία, την Εκκλησία των αγίων μας, και μνημονεύουμε τους Αγίους μας, εξαιρέτως δε “της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας”. Τους μνημονεύουμε, αποδίδουμε τιμή και δόξα στα άγια πρόσωπά τους και τις ιερές μνήμες τους, ζητούμε δε τις προσευχές και δεήσεις τους για μας προς το Θεό και τη βοήθειά τους σε πολλές ανάγκες του βίου μας. Με ξεχωριστή πίστη και ευλάβεια τιμούμε την υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου μας, και ζητούμε την προστασία της, την ταχεία σκέπη και βοήθειά της. Προστρέχουμε στους θαυματουργούς αγίους και αγίες μας, και για ψυχικές και σωματικές ανάγκες, αφού ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα της θαυματουργίας και με θαύματα θεραπεύουν πολλούς και ψυχικώς και σωματικώς αρρώστους. Ομοίως τελούμε εορτές και πανηγύρεις στις μνήμες τους και με βαθιά ευλάβεια ασπαζόμαστε τα ιερά λείψανά τους και τις αγίες εικόνες τους(1).
Η τιμή και δόξα την οποία απευθύνουμε προς τους Αγίους μας εμμέσως αναφέρεται στον ίδιο το Θεό και Κύριο. Τιμώντας δηλαδή τους Αγίους τιμούμε και δοξάζουμε τον ίδιο τον Θεό που τους ανέδειξε ένδοξους αγίους και πολίτες της ουρανίου του βασιλείας. Όπως λέει ένα τροπάριο της Εκκλησίας· “ο Θεός ο ενδοξαζόμενος εν ταις μνήμαις των αγίων σου”, αυτός υπάρχεις Σωτήρας μας. Και παίρνοντας θάρρος από αυτό και οι επί γης στρατιώτες του Χριστού, επικαλούμενοι τις δεήσεις των αγίων μας λέμε στο Θεό· “Τη πρεσβεία, Κύριε, των αγίων και της Θεοτόκου την σην ειρήνην δος ημίν και ελέησον ημάς ως μόνος οικτίρμων”. Και ειδικότερα προς τη Θεοτόκο· “Ότι ουκ έχομεν παρρησίαν διά τα πολλά ημών αμαρτήματα, συ τον εκ σου γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε. Πολλά γαρ ισχύει, δέησις μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου”. Και προς το Χριστό· “Δέξαι την τεκούσαν σε Θεοτόκον πρεσβεύουσαν υπέρ ημών και σώσον, Σωτήρ ημών, λαόν απεγνωσμένον”. Γενικώς δε σε όλους τους Αγίους· “Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς· οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς”.
Άλλος λόγος για τον οποίο έχουμε την τιμή τις μνήμες και τις εικόνες των Αγίων και τιμητικά προσκυνούμε αυτές είναι και η μίμησή τους, η αντιγραφή και μίμηση της αρετής τους, της αγιότητάς τους και εν γένει της θεάρεστης αρετής τους. Να ζήσουμε και εμείς, όπως έζησαν εκείνοι. Να ζήσουμε άγιοι, πιστοί και θεοφιλείς και στο Θεό αφοσιωμένοι. Και το παράδειγμα της ένθεης ζωής των αγίων μας το παρουσιάζουν οι ιερές εικόνες τους. Οι εικόνες κατά τον άγιο Βασίλειο και κατά την Έκτη αγία Οικουμενική Σύνοδο είναι “βιβλία γλωττοφόρα”, βιβλία που έχουν γλώσσα και μιλούν και διδάσκουν την αρετή και αγιότητα εκείνων τους οποίους εικονίζουν. Ομοίως και τα ιερά τους λείψανα που βρύουν ιάματα, διαλαλούν την αγιότητά τους και τη χάρη του Θεού, με την οποία τους χαρίτωσε και τους κατέστησε βοηθούς και αντιλήπτορες των ασθενών και αμαρτωλών ανθρώπων. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η τιμή, που αποδίδουμε στην εικόνα, αποδίδεται κυρίως στο πρόσωπο του Αγίου, τον οποίο εικονίζει· “Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν”, όπως ορίζει η Ζ’ αγία Οικουμενική Σύνοδος. Λοιπόν, τους έχουμε τους αγίους μας και πρεσβευτές μας προς Κύριο, και βοηθούς στις ανάγκες μας, έχουμε όμως αυτούς και τις αγίες εικόνες τους, τα ιερά λείψανά τους και πρότυπα αρετής και αγιότητας. Γι’ αυτό και τους τιμούμε και τους εορτάζουμε και τους επικαλούμαστε στις προσευχές μας, τις δεήσεις και λειτουργίες μας.
Και εδώ πρέπει να σημειώσουμε τις μεγάλες διαφορές, τις οποίες έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι με τους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες. Οι μεν παπικοί παρουσιάζουν τους αγίους ως ημίθεους με υπέρτακτα έργα, όπως είπαμε, με τα οποία ο Πάπας νομίζει πως βγάζει και από την κόλαση τους αμαρτωλούς. Οι προτεστάντες ολωσδιόλου τα αντίθετα. Δεν αναγνωρίζουν αγίους, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους αγίους. Την υπεραγία Θεοτόκο την υποβιβάζουν πολύ, την θεωρούν μία απλή και συνηθισμένη γυναίκα, ενώ ο Αρχάγγελος την είπε “κεχαριτωμένη”και “ευλογημένην εν γυναιξί”. Δεν την σέβονται ούτε την τιμούν ως μητέρα του Θεού. Μερικοί δε από αυτούς εκφράζονται με βλάσφημα λόγια για την Αειπάρθενο Κόρη. Οι πλάνες τους, λοιπόν, είναι πολλές και μεγάλες και μεταξύ μας κανείς συμβιβασμός δεν χωρεί. Ας το γνωρίζουν καλό αυτό όλοι οι Ορθόδοξοι και ας μην παραπλανόμαστε πως εν ονόματι τάχα της αγάπης,, μπορούμε να παραμερίσουμε τις πλάνες των αιρετικών και να γεφυρώσουμε τα χάσματα, για να ενωθούμε. Ποτέ, πότε ένωση με αιρετικούς δεν μπορούμε να κάνουμε παρά μόνο όταν αυτοί αποκηρύξουν με πραγματική μετάνοια τις ασεβείς και βλάσφημες κακοδοξίες τους.
*  *  *
(1) Στις θείες Λειτουργίες και του ιερού Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου και σε άλλες αρχαίες λειτουργίες μνημονεύονται κατά την προσφορά της αναίμακτης θυσίας οι άγιοι που δοξάστηκαν από το Θεό, κατά το Γραφικό “τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος” (Ψαλμ. ιε’ 3). Δηλαδή μνημονεύουμε τους Προπάτορες του Κυρίου, τους Προφήτες, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές, τους Ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας, Όσιους, Ιεράρχες, Ασκητές και όλους τους Αγίους άνδρες και γυναίκες, όλως ιδιαιτέρως δε, όπως είπαμε, την Υπεραγία Θεοτόκο μας. Αλλά “των αγίων μνείαν ποιείται η Εκκλησία ουχί προς εξιλέωσιν των αμαρτιών αυτών, ωσεί ούτοι δεν εδικαιώθησαν, ουδ’ είναι εν ευφροσύνη έτι, αλλ’ ευχαριστούσα μεν τω Σωτήρι διά την προς τους αγίους χάριν και δόξαν, θεωμένη (καθώς βλέπει) δε το απολυτρωτικόν αυτού έργον μεθ’ όλων των ενεργειών και αποτελεσμάτων αυτού, των εμφανιζομένων εν τοις τελειωθώσι πνεύμασι (στις ψυχές των τελειωθέντων αγίων) της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ούτω δε μνημονεύουσα των αγίων δέεται συγχρόνως του Κυρίου, όπως ταις πρεσβείαις αυτών επακούση των υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων ευχών αυτής. Ούτως ερμηνεύουσι την μνείαν ταύτην των αγίων ου μόνον αι λειτουργίαι αυταί, εις το τέλος των οποίων προσθέτουν τας υπέρ αυτών ευχάς, λέγουσαι· “ων ταις ικεσίαις (δηλαδή διά των πρεσβειών των αγίων) επίσκεψαι ημάς ο Θεός και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”. Αυτά οι Αποστολικές Διαταγές (VIII, 12). Και ο άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων στη μυσταγωγική του κατήχηση (V, 9) λέει· “είτα (μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων) μνημονεύομεν και των προκεκοιμημένων πρώτων Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ταις ευχαίς αυτών και πρεσβείας προσδέξηται ημών την δέησιν”. Παρόμοια λένε και οι Πατέρες Αυγουστίνος και Χρυσόστομος.
Είναι δε ανάγκη να προστεθεί εδώ, ότι και οι Άγιοι Άγγελοι στον Ουρανό αποτελούν μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, είναι προστάτες και βοηθοί σε μας τους στρατευόμενους, μνημονεύονται στις θείες μας Ακολουθίες και Λειτουργίες και τιμούμε αυτούς επικαλούμενοι την προστασία τους ιδίως στις επιδρομές των δαιμόνων.

Τα μνημόσυνα


Αφού στον Άδη «ουκ έστι μετάνοια» και αμετάβλητη μένει η κατάσταση του δικαίου στην αρετή και του κακού στην κακία και καταδίκη του, γιατί κάνουμε μνημόσυνα και με αυτά ζητούμε να συγχωρήσει ο Θεός τους απελθόντες και να τους κατατάξει εν σκηναίς δικαίων; Τι χρειάζονται και τα μνημόσυνα; Τα μνημόσυνα χρειάζονται, και γι’ αυτό γίνονται, και για την ωφέλεια των ζωντανών, αλλά και για τους απελθόντες. Για μας τους ζωντανούς πρώτα. Γιατί; Για να τονώνουν και ενισχύουν την πίστη μας στη μέλλουσα ζωή και να κρατούν άσβεστη την αγάπη μας στους απελθόντες κεκοιμημένους συγγενείς, πατέρες, αδελφούς και φίλους μας. Αυτό για μας. Τα μνημόσυνα όμως γίνονται δεύτερον και κυρίως για τους νεκρούς. Και μάλιστα για τους νεκρούς εκείνους, οι οποίοι μετανόησαν μεν, ίσως και την ώρα του θανάτου τους, αλλά δεν πρόφθασαν με μετάνοια έμπρακτη και έργα αγαθά να βεβαιώσουν και αποδείξουν την μετάνοιά τους. Είναι βέβαια αλήθεια, ότι και για τους αποθανόντες στην κακία και αμαρτία τελούμε μνημόσυνα και απευθύνουμε προς το Θεό δεήσεις για αυτούς. Και πράττουμε αυτά, όχι διότι νομίζουμε, ότι με τα μνημόσυνά μας αυτά οι κολασμένοι θα μεταπηδήσουν από την κόλαση στον Παράδεισο. Όχι, τέτοιο πράγμα δεν πιστεύουμε. Πιστεύουμε όμως αυτό, ότι και ο μεγαλύτερος αμαρτωλός την τελευταία ώρα μπορεί κεντούμενος και παρακινούμενος από τη χάρη του Θεού να μετανοήσει, να ζητήσει το έλεος του Θεού και να σωθεί. Αυτό δεν έγινε και με το ληστή πάνω στο σταυρό; Στην αρχή τον βλασφημούσε και αυτός τον Εσταυρωμένο Χριστό, όπως και ο άλλος ληστής. Στη στιγμή όμως μετανοεί, λέει το «μνήσθητί μου, Κύριε» και κληρονομεί τον Παράδεισο. Και ποιος γνωρίζει πόσες αμαρτωλές ψυχές, ένοχες ψυχές ληστών και κακούργων, την τελευταία τους ώρα μετανοούν και ζητούν έλεος Θεού; Αλλ’ επειδή αυτό σε μας είναι άδηλο και κρυφό και άγνωστο, γι’ αυτό τελούμε για όλους μνημόσυνα και για όλους τους κεκοιμημένους ζητούμε την ευσπλαχνία του Θεού. Μόνο για αυτούς που αυτοκτονούν ούτε κηδείες ούτε μνημόσυνα κάνουμε, αφού αυτοί μόνοι τους αφαιρούν τη ζωή τους και επομένως αποκλείουν στον εαυτό τους κάθε μετάνοια και σωτηρία (1).
Η πρώτη μαρτυρία της Αγίας Γραφής που λέει ότι πρέπει να γίνονται μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων είναι της Π. Διαθήκης στο Β’ Μακκαβαίων ιβ’ 43, όπου παρουσιάζεται ο Ιούδας Μακκαβαίος να προσφέρει θυσία για αυτούς που έπεσαν προς εξιλασμό και συγχώρηση των αμαρτιών τους. Η Ιερή Παράδοση έπειτα παρουσιάζει ανέκαθεν την αγία Εκκλησία να τελεί μνημόσυνα και να απευθύνει δεήσεις υπέρ των νεκρών. Όλες οι θείες Λειτουργίες τους μνημονεύουν και λένε· “μνήσθητι, Κύριε, και των επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών και ανάπαυσον αυτούς, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου”. Οι άγιοι Πατέρες Μ. Αθανάσιος, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλούν για “μεγίστην όνησιν”, μέγιστη ωφέλεια και ανάπαυση, που προσφέρουν οι επιμνημόσυνες αυτές δεήσεις μας στις ψυχές των κεκοιμημένων. Επί λέξει ο ιερός Χρυσόστομος· “ουκ εική (όχι δηλαδή μάταια και άσκοπα) ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. (Από τους αγίου Αποστόλους κανονίστηκε να γίνονται μνημόσυνα για τους απελθόντες). Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. (Και γνωρίζουν αυτοί που τα κάνουν, ότι πολύ κέρδος γίνεται στους τεθνεώτες, πολλή ωφέλεια έχουν). Όταν γαρ ειστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν και πρόσκηται η φρικτή θυσία πώς ου δυσωπήσομεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; Αλλά τούτο μεν υπέρ των εν πίστει απελθόντων”. (Διότι, όταν στέκει ένας λαός ολόκληρος και σηκώνει τα χέρια προς το Θεό, καθώς και πολλοί ιερείς, και προσφέρεται η φρικτή θυσία της θείας Ευχαριστίας για αυτούς, πώς δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε το Θεό να τους λυπηθεί και τους ελεήσει, αφού τόσο επίμονα τον παρακαλούμε;) Ο Κύριλλος, όπως είπαμε, λέει· “πιστεύουμε μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς, υπέρ ών η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικτωδεστάτης προκειμένης θυσίας”. Πρέπει λοιπόν και η αγία θυσία να προσφέρεται και μνημόσυνα να τελούνται και αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και βοηθήματα να δίδονται υπέρ των κεκοιμημένων. Και όλοι οι Χριστιανοί τελούμε μνημόσυνα, εκτός από τους προτεστάντες, οι οποίοι τα απορρίπτουν τελείως. Για δε το καθαρτήριο πυρ των παπικών και τις αξιομισθίες, τα υπέρτακτα έργα των αγίων, με τα οποία οι Ρωμαιοκαθολικοί σώζουν τάχα τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Εδώ απλώς λέμε, ότι αυτά όλα είναι πλάνες και κακοδοξίες και ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Ιερή Παράδοση στηρίζονται. Επινοήθηκαν μόνο και τέθηκαν σε εφαρμογή και με τα συγχωροχάρτια του Πάπα προς χρηματισμό της παπικής Εκκλησίας.
*  *  *
(1) Το ότι τα μνημόσυνα ωφελούν και τους ζωντανούς που τα επιτελούν και τους νεκρούς υπέρ των οποίων τελούνται, γνωματεύει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος λέει· “ο Θεός βούλεται ίνα υπ’ άλλων οι πάντες ευεργετώμεθα και ζώντες και μετά θάνατον”. Εκείνος δε ο οποίος “υπέρ της του πλησίον σωτηρίας αγωνιζόμενος (και τελών μνημόσυνα), πρώτον εαυτόν ονίνησιν είτα τον πέλας”, πρώτα τον εαυτό του βοηθεί και σώζει και έπειτα τον πλησίον του, για τον οποίο κάνει το μνημόσυνο.

Η μερική κρίση



Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις” (Εβρ. θ’ 27). Το θάνατο τον ακολουθεί κρίση. Και όπως είναι νόμος γενικός, ότι κάθε άνθρωπος που γεννιέται στον κόσμο αυτό θα πεθάνει, εκτός εκείνων που θα βρεθούν ζωντανοί κατά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού, παρομοίως είναι και γενικός νόμος για όλους τους ανθρώπους η μέλλουσα κρίση. Αυτό είναι της πίστης μας δίδαγμα, αφού λέμε ότι ο Κύριος θα έλθει για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, και ο απόστολος Παύλος τονίζει, όπως είπαμε, ότι “πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα (δε θα πεθάνουμε), πάντες δε αλλαγησόμεθα” (Α’ Κορινθ. ιε’ 51). Και τότε, όπως θα βρει ο θάνατος τον καθένα έτσι και θα τον πάρει, έτσι και αυτός θα μείνει. Άπιστο και αμαρτωλό και αμετανόητο θα τον βρει; Αμαρτωλός και αμετανόητος θα μείνει. Μετά θάνατον μετάνοια και σωτηρία πλέον δεν υπάρχει, όπως και προηγουμένως έχουμε πει και τονίσει. Και αν ο θάνατος βρει τον άνθρωπο σε πίστη και μετάνοια, σε αρετή και αγιότητα, πιστός και ενάρετος και άγιος μένει. Μετά θάνατον ούτε ο άγιος γίνεται αμαρτωλός ούτε ο αμαρτωλός άγιος. Και γίνεται τότε και κάποια κρίση, αυτή που λέμε εδώ μερική κρίση. Δηλαδή χωρίζονται οριστικά οι δίκαιοι από τους αμαρτωλούς και η ψυχή ζωντανή και με όλες τις αισθήσεις και δυνάμεις της προαισθάνεται και προγεύεται και δοκιμάζει τα αγαθά του Παραδείσου, όπως είπαμε. Του αμαρτωλού η ψυχή προγεύεται και αυτή και δοκιμάζει τα φοβερά δεινά της κόλασης. Στην προς Εβραίους επιστολή του ο απόστολος Παύλος λέει τα εξής χαρακτηριστικά ως προς την απόλαυση των αγαθών του Παραδείσου από τους δίκαιους· “Και ούτοι πάντες (οι δίκαιοι δηλαδή) μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι” (Εβρ. ια’ 39, 40). Και αυτή είναι η μερική κρίση. Ο προσωρινός, έστω και αν κρατήσει χιλιάδες χρόνια, χωρισμός των δικαίων από τους αδίκους και η προαπόλαυση του Παραδείσου από τους πιστούς, καθώς επίσης και της κόλασης από τους άπιστους και αμετανόητους αμαρτωλούς. Και αυτό σύμφωνα με όσα έπραξε στην επίγεια ζωή του ο άνθρωπος. Έπραξε καλά; Καλά πορεύεται πλησίον του Θεού και απολαμβάνει και χαίρεται και ευφραίνεται ευθύς μετά το θάνατό του (1). Έπραξε κακά; Χωρίζεται από τον Θεό και κολάζεται και δοκιμάζει θλίψη και οδύνη και πριν γίνει η δεύτερη παρουσία και λάβει χώρα και η γενική κρίση (2).
* * *
(1) Ως προς την προαπόλαυση των αγαθών της βασιλείας του Θεού από τους δίκαιους, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: “Ψυχή πάσα καλή τε και θεοφιλής… του συνδεδεμένου λυθείσα σώματος… (κάθε ψυχή καλή και θεοφιλής, όταν λυθεί με τον θάνατο από τα δεσμά του σώματος), ευθύς δε (με το θάνατο) εν συναισθήσει και θεωρία του μέλλοντος αυτή καλού γενομένη θαυμασίαν τινά ηδονή ήδεται και αγάλλεται (δοκιμάζει ευθύς αμέσως τη χαρά και ευχαρίστηση που θα απολαύσει σε τέλειο βαθμό στο μέλλον)… και οίον ήδη τη φαντασία καρπούται την αποκειμένην μακαριότητα· μικρόν δ’ ύστερον και το συγγενές σαρκίον απολαυούσα τούτω συγκληρονομεί της εκείθεν δόξης”. (Και τώρα, ευθύς με το θάνατο, μικρό απολαμβάνει. Έπειτα, όταν ξαναπάρει με την ανάσταση των νεκρών το σαρκίο, θα απολαύσει το τέλειο). Και ο ιερός Χρυσόστομος· “Εκεί δε διηνεκώς οι παρόντες ορώσι τον βασιλέα Θεό… και παρόντα και τη της ιδίας δόξης λαμπρότητι κοσμούντα τους συνόντας άπαντας”. Το ότι δε ο πιστός και δίκαιος μετά θάνατο βρίσκεται ευθύς αμέσως με το Χριστό, το βεβαιώνει περισσότερο από κάθε άλλο ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, ο οποίος λέει· “εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος… συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι” (Φιλιπ. α’ 21, 23).
(2) Αυτό το διασαφηνίζουν καλώς οι άγιοι Πατέρες Χρυσόστομος και Αυγουστίνος και λένε: “Ουδείς των ενταύθα μη διαλυσαμένων τα αμαρτήματα, απελθών εκεί δυνήσεται τας επί τούτοις ευθύνας διαφυγείν (κανείς αμετανόητος δεν θα μπορέσει μετά θάνατο να διαφύγει τις ευθύνες των πράξεών του)· αλλ’ ώσπερ οι από των δεσμωτηρίων τούτων μετά των αλύσεων προσάγονται εις το δικαστήριον, ούτω αι ψυχαί πάσαι, όταν εντεύθεν απέλθωσι, τας ποικίλας περικείμεναι σειράς των αμαρτημάτων, επί το βήμα άγονται το φοβερόν”.

Ο θάνατος και η συντέλεια του κόσμου


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗΣ (ΤΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΑ)
— — —
Τελείωσαν λοιπόν όλα, όσα ήταν αναγκαία να γίνουν, για να σωθεί ο άνθρωπος που ξέπεσε από τη χάρη και τιμή, όπου τον είχε βάλει ο Θεός, για να σωθούμε όλοι εμείς οι αμαρτωλοί και ένοχοι απέναντι στο Θεό. Τώρα η αιώνια σωτηρία μας είναι εξασφαλισμένη, ο δρόμος του Παραδείσου ανοικτός για όλους μας και η βασιλεία των Ουρανών κληρονομία όλων των πιστών. Τι περιμένουμε για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά και να βρεθούμε εμείς ένδοξοι πολίτες του Παραδείσου και μακάριοι κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών, που είναι η βασιλεία του Θεού και Πατέρα μας; Δύο πράγματα περιμένουμε· το θάνατο το δικό μας και τη δεύτερη παρουσία του Κυρίου μας.
Βέβαια αφού, όπως λέει και ο θεόπνευστος Απόστολος, “απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν” (Εβρ. θ’ 27), θα περάσει και θα φύγει, έτσι σαν όνειρο και φαντασία, ο παρών βίος και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε θα βρεθούμε προ του θανάτου και του τάφου. Θα έλθει απρόσκλητος ο σκληρός και αδυσώπητος αυτός επισκέπτης που λέγεται θάνατος· με το φοβερό δρεπάνι που κρατά στα χέρια του θα μας θερίσει όλους, τον καθένα με τη σειρά του. Έτσι θα φύγουμε από την παρούσα ζωή για να βρεθούμε στην άλλη. Από την πρόσκαιρη στη μέλλουσα και αιώνια. Θα φύγουμε, για να παρουσιαστούμε ενώπιον του Θεού. Και αυτό θα γίνεται με όλους τους ανθρώπους, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Τότε, στη συντέλεια των αιώνων, “πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα”, δε θα έχουμε πεθάνει όλοι οι άνθρωποι, όπως λέει ο θείος Απόστολος, “πάντες δε αλλαγησόμεθα”, θα αλλάξουμε και από φθαρτοί θα γίνουμε άφθαρτοι (Α’ Κορινθ. ιε’ 51). Θα σαλπίσει η σάλπιγγα του Αρχαγγέλου και τότε θα γίνουν αυτά. Αλλά θα γίνει συγχρόνως και η αλλαγή του κόσμου, όπως το λέει ο ψαλμωδός στους ψαλμούς του· “αυτοί (οι ουρανοί δηλαδή) απολούνται… και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται” (Ψαλμ. ρα’ 27), και όπως προαναγγέλλουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, ότι πρόκειται να γίνουν κατά τη συντέλεια του κόσμου και τη δεύτερη παρουσία Χριστού (Ματθ. κδ’ 29-35 – Μάρκ. ιγ’ 24-27 – Λουκ. Κα’ 25-27). Όλα θα φθαρούν και θα λάβουν νέα, ανώτερη μορφή και σύσταση. Θα αλλάξει η γη και ο άνθρωπος δεν θα υπάρχει πλέον πάνω στη γη. Τότε θα γίνει η τελείωση των πάντων, έμψυχων και άψυχων, υλικών και πνευματικών, τότε και η τελείωση του έργου της απολύτρωσης του ανθρώπου. Ό,τι έγινε και γίνεται για να σωθεί ο άνθρωπος και ασφαλισθεί στη βασιλεία του Θεού, θα γίνεται έως τότε. Μόνο έως τότε. Από της ώρας εκείνης τελειώνουν τα πάντα. Όποιος αποδέχθηκε με πίστη και αφοσίωση στο Χριστό τη σωτηρία, την αποδέχθηκε και σώθηκε. Και όποιος την απέρριψε και αρνήθηκε να αναγνωρίσει Σωτήρα και Θεό του το Χριστό, απέρριψε τη σωτηρία και καταδικάσθηκε. Ο πιστός στον Παράδεισο. Ο άπιστος και αμετανόητος αμαρτωλός στην κόλαση. Μεταβολή και μετάνοια στην άλλη ζωή δεν μπορεί να γίνει. Αυτή είναι η τελείωση των πάντων.

Το μυστήριο του Ευχελαίου


Το Ευχέλαιο ή Άγιο Έλαιο είναι το τελευταίο μυστήριο και είναι και αυτό θεοσύστατο, για το οποίο υπάρχει στην Αγία Γραφή σαφής παραγγελία του αγίου αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου να γίνεται. Υπάρχουν και στην Ιερή Παράδοση μαρτυρίες, ότι ανέκαθεν γινόταν ως μυστήριο της Εκκλησίας. Η παραγγελία και σύσταση του Αδελφοθέου είναι αυτή: “ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα (τον άρρωστο δηλαδή), καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.” (Ιακ. ε’ 14-15). Από την Ιερή Παράδοση έχουμε μαρτυρίες του Ωριγένη και του αγίου Χρυσοστόμου, οι οποίοι αναφέρουν, ότι το μυστήριο αυτό γινόταν και η χρίση με άγιο έλαιο των ασθενών μάλιστα λάμβανε χώρα συνδυασμένη με μετάνοια και εξομολόγηση.
Από αυτά φαίνεται και ποιος είναι ο ιερός σκοπός του μυστηρίου αυτού. Πρώτον, η σωματική θεραπεία και ίαση του ασθενή· “καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος”, λέει ο θείος Ιάκωβος. Και δεύτερον, η συγχώρηση των αμαρτιών του, αφού βέβαια γίνεται και εξομολόγηση μαζί με το ευχέλαιο. Είναι αναγκαία και εδώ η εξομολόγηση του αρρώστου, αλλά και των οικείων του ακόμη που κάνουν το Ευχέλαιο για την ίαση και θεραπεία του, διότι είναι πιθανό να έχει υποπέσει σε αμαρτήματα ο ασθενής και αυτές οι αμαρτίες του να στέκουν αφορμή και αιτία της ασθένειάς του. Πρέπει λοιπόν να φύγει η αιτία της ασθένειας, για να επέλθει και με τη χάρη του Ευχελαίου η θεραπεία από την ασθένεια. Αλλά και των οικείων και συγγενών του είναι προς αυτό αναγκαία η εξομολόγηση, διότι χρειάζεται και αυτοί που ζητούν τη θεραπεία του αρρώστου τους να είναι μετανοημένοι και εξομολογημένοι. Τότε πιάνει και ο λόγος του Αποστόλου που λέει· “κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ”, πάλι κατά το λόγο του Ιακώβου. Λέει και μία ευχή του ιερού μυστηρίου· “Πάτερ άγιε, ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων, ο πέμψας τον μονογενή σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ιώμενον και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι και τον δούλον σου (τούτον) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής και ψυχικής ασθενείας, και ζωοποίησον αυτόν διά της χάριτος του Χριστού σου”.
Στο μυστήριο του Ευχελαίου τα ορατά στοιχεία είναι το λάδι, η ευχή της Εκκλησίας και η σταυροειδής χρίση του ασθενούς με το άγιο έλαιο. Αόρατο δε η αόρατη θεία Χάρη, η οποία και τον ασθενή θεραπεύει, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, και την άφεση αμαρτιών χορηγεί με την προϋπόθεση που αναφέραμε, της μετάνοιας και εξομολόγησης. Προς διασαφήνιση αυτού λέει και η Ορθόδοξη ομολογία του Μογίλα, ότι “καλόν και πάντοτε η θεραπεία του σώματος να μη γίνεται, αλλ’ η άφεσις των αμαρτιών της ψυχής πάντοτε εις τον μετανοούντα ακολουθεί”.
Οι Λατίνοι το μυστήριο του Ευχελαίου το κάνουν μόνο σε όσους είναι βαριά ασθενείς και ετοιμοθάνατοι. Εμείς οι Ορθόδοξοι το κάνουμε πάντοτε, και σε ελαφρές ακόμη ασθένειες, και μάλιστα τη Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα για όλους τους πιστούς, ασθενείς και υγιείς, και όλοι χριόμαστε από τους ιερείς μας με το άγιο έλαιο “εις ίασιν ψυχής και σώματος”. Αλλά και τότε προαιρετικό είναι το μυστήριο και όχι υποχρεωτικό. Δηλαδή μετέχει σε αυτό όποιος θέλει και αισθάνεται την ανάγκη. Καλό όμως είναι όλοι να μετέχουμε και όλοι να παίρνουμε την αγία χρίση, διότι μυστήριο της αγίας μας Εκκλησίας είναι και πάντοτε ωφέλεια προξενεί στον πιστό και ευλαβή Χριστιανό. Ιδιαιτέρως το κάνουμε το μυστήριο του Ευχελαίου σε όσους ψυχορραγούν και αντιμετωπίζουν το θάνατο, για να ενισχυθεί η ψυχή στον τελευταίο κατά του θανάτου αγώνα της.

Το μυστήριο του Γάμου


Ο γάμος ως μυστήριο είναι πράξη ιερή και αγία. Στηρίζεται στο φυσικό δεσμό, τον οποίο δημιουργεί η αμοιβαία συγκατάθεση εκείνων (άνδρα και γυναίκας), οι οποίοι έρχονται σε κοινωνία γάμου. Αυτός ο φυσικός δεσμός αποβαίνει ιερός και πνευματικός δεσμός, όταν αγιάζεται και εξυψώνεται στην αξία του μυστηρίου με την ιερολογία και τις ευχές της Εκκλησίας. Ο φυσικός δεσμός —η φυσική ένωση άνδρα και γυναίκας— και αυτός είναι εκ Θεού, για να αυξάνεται και πληθύνεται το ανθρώπινο γένος, όπως λέει και μία ευχή του γάμου, ότι “σον θέλημα, Θεέ μου, είναι η έννομος συζυγία και η εξ αυτής παιδοποιΐα”. Αλλά αυτό κατανόησε ευθύς εξ αρχής και ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, όταν είδε την πρώτη γυναίκα, την Εύα, η οποία μάλιστα ήταν αναπλασμένη από τον ίδιο το Θεό από την πλευρά του Αδάμ. Τότε φωτιζόμενος από το Πνεύμα του Θεού ο Αδάμ είπε· “Τοῦτο νῦν (η γυναίκα δηλαδή είναι) ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη· ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν” (Γενέσ. β’ 23, 24). Και βέβαια πρώτος ο Θεός ένωσε το πρώτο ανδρόγυνο και ο Θεός ιερούργησε τρόπον τινά το γάμο τους μέσα στον Παράδεισο με την ευχή που έδωσε και στους δύο, τον άνδρα και τη γυναίκα· “αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς” (Γενέσ. α’ 28).

Σύσταση του μυστηρίου

Το γάμο ανήγαγε σε Μυστήριο ο Σωτήρας στην Καινή Διαθήκη και με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και με όσα είπε ως προς το αδιάλυτο του γάμου προς τους φαρισαίους που τον πείραζαν. Τι είπε τότε; “Οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν, ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ… (και τα άλλα που αναφέραμε παραπάνω πως είπε ο Αδάμ, όταν αντίκρισε την Εύα). Και πρόσθεσε ο Χριστός προς τους φαρισαίους· “ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σάρξ μία. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω” (Ματθ. ιθ’ 4-6). Και βέβαια ρητώς στην Καινή Διαθήκη δεν ονομάζεται ο γάμος μυστήριο, παρά μόνο παραβάλλεται από τον απόστολο Παύλο προς τη μυστική ένωση του Νυμφίου Χριστού προς τη νύμφη Εκκλησία, για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς τη γυναίκα. Και προσθέτει· “τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν” (Εφεσ. ε’ 32). Δηλαδή εικόνα και ομοίωση της μυστικής ένωσης του Χριστού με την Εκκλησία ήταν η τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας, στην αρχή της δημιουργίας, με ιερό δεσμό και εκείνη, όπως με μυστηριώδη έννοια και αυτή. Πάλι δηλαδή αποδίδει ιερότητα μυστική και στο γάμο ο απόστολος Παύλος με την παρομοίωση που κάνει. Αλλά και η ιερή Παράδοση ανέκαθεν παραδέχθηκε και ως μυστήριο ιερούργησε το γάμο, τη σύζευξη άνδρα και γυναίκας. Λέει ο Μέγας Βασίλειος στην “Εξαήμερό” του· “ο της φύσεως δεσμός (γίνεται) ο διά της ευλογίας ζυγός”. Και ο Μέγας Φώτιος· “ουδέ γαρ η συνάφεια, αλλ’ η της ευχής τελετή ποιεί την μνηστείαν εις γάμον λογίζεσθαι”.
Ο Γάμος είναι ισόβιος δεσμός, έχει το αδιάλυτο, εκτός αν συμβεί το φοβερό αμάρτημα της συζυγικής απιστίας, η μοιχεία, την οποία ως μόνο λόγο διάλυσης ο Κύριος και η Εκκλησία του αναγνωρίζει. “Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι” (Ματθ. ε’ 32). Και εδώ έχουμε διαφορά στο ζήτημα του γάμου με τους Λατίνους, διότι αυτοί, και αν συμβεί μοιχεία, δεν δίνουν διαζύγιο, όπως δίνει την άδεια ο Χριστός, αλλά ορίζουν χωρισμό ισόβιο “από κοίτης και τραπέζης”. Είναι λοιπόν ο γάμος αδιάλυτος, εκτός του ανωτέρω λόγου, “συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία”, όπως όρισε ο νομομαθής Μοδεστίνος, με ύψιστο σκοπό την αλληλοσυμπλήρωση του ανδρόγυνου και την τεκνογονία, προς διαιώνιση του ανθρώπινου γένους. Και ορατά μεν σημεία του μυστηρίου είναι η αμοιβαία συναίνεση και συγκατάθεση του άνδρα και της γυναίκας, για να έλθουν σε γάμο. Είναι και η τελετή της Εκκλησίας με τα στέφανα με τα οποία τους στεφανώνει και με τις ευχές και ευλογίες της. Αόρατο είναι η θεία Χάρη που αγιάζει και στερεώνει και συσφίγγει το φυσικό δεσμό του γάμου. Περιττό να προσθέσουμε, ότι ο γάμος δεν μπορεί να γίνει αν υπάρχουν συγγενικά κωλύματα και χωρίς την άδεια του επισκόπου, όπως λέει και ο άγ. Πολύκαρπος. Ο πολιτικός λεγόμενος γάμος είναι ξένος προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και απόβλητος. Ομοίως απαγορεύεται και ο γάμος μετά τη χειροτονία. Οι Ορθόδοξοι, αν θέλουν να είναι πιστά και ζώντα μέλη της Εκκλησίας τους, έχουν ιερό χρέος να τηρούν απαρεγκλίτως τα όσα ορίζει η Εκκλησία τους.

Το μυστήριο της Ιεροσύνης


Η αξία του μυστηρίου

Η Ιεροσύνη είναι το μυστήριο εκείνο, το οποίο είναι ενταγμένο στη θεία Λειτουργία, δηλαδή ιερουργείται κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και σε διάφορες στιγμές της, κατά το βαθμό της Ιεροσύνης, στον οποίο προάγεται ο χειροτονούμενος. Κατά την ώρα εκείνη δια της επιθέσεων των χειρών του επισκόπου στον χειροτονούμενο και διά της επίκλησης της θείας Χάρης, πράγματι· “Η θεία Χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται” τον προσαγόμενο στον επίσκοπο σε ένα από τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης, στο βαθμό του διακόνου, πρώτον, του πρεσβυτέρου, δεύτερον, και του επισκόπου, τρίτον. Αυτός είναι και ο τελευταίος και ύψιστος βαθμός της ιεροσύνης. Βεβαίως πηγή της θείας Χάρης, όπως και πηγή της Ιεροσύνης είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής και Σωτήρας μας, ο μόνος στην πραγματικότητα και αιώνιος Αρχιερέας της Εκκλησίας. Εκείνος ως αρχιερέας πρόσφερε πρώτος τη μία και αιώνια θυσία επί του σταυρού υπέρ των αμαρτιών μας, στη συνέχεια οι διάδοχοι του Μεγάλου Αρχιερέα, του Σωτήρα Χριστού, αρχιερείς και ιερείς, δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, παρά τη μία και μόνη, την αιώνια ιεροσύνη του Χριστού λαμβάνουν, όταν χειροτονούνται. Αυτή, την ιεροσύνη του Χριστού, φέρουν στη ζωή τους όλη. Με αυτή ιερουργούν τα θεία μυστήρια της Εκκλησίας. Όχι λοιπόν δική τους, αλλά την ιεροσύνη και αρχιεροσύνη του Χριστού διαχειρίζονται και εν ονόματι αυτής και με αυτή διακονούν την Εκκλησία. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς με πόσο σεβασμό πρέπει να την φέρουν, πόση ευλάβεια να αισθάνονται προς αυτή, πόση τιμή, πόση χάρη να της αποδίδουν και με πόσο φόβο να διαχειρίζονται τη θεία εξουσία. Αλλά και οι Χριστιανοί με σεβασμό να φέρονται προς τους ιερωμένους τους και μεγάλη τιμή να τους αποδίδουν, αφού η ιεροσύνη που φέρουν είναι του Χριστού και όχι δική τους.

Σύσταση του μυστηρίου

Το μυστήριο της Ιεροσύνης είναι θεοσύστατο και αυτό, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος το συνέστησε. Και το συνέστησε και όταν ξεχώρισε τους Δώδεκα Αποστόλους του, για να αποτελούν αυτοί το άμεσο περιβάλλον του και γίνουν έπειτα οι διάδοχοι και συνεχιστές του έργου του. Κυρίως όμως όταν τους μετέδιδε μετά την Ανάστασή του καθώς και την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα του και τους παρέδιδε την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών, όπως είδαμε στο μυστήριο της μετάνοιας, η οποία ήταν αυτή η εξουσία της ιεροσύνης. Το ίδιο ακόμη έκαναν κατόπιν προς διαδοχή δική τους οι άγιοί του Απόστολοι· “χειροτονήσαντες αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις όν πεπιστεύκασι” (Πράξ. ιδ’ 23). Αυτό έκαναν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας στους Χριστιανούς της Δέρβης, του Ικονίου, της Αντιόχειας. Λέγεται ακόμα χειροτονία, διότι γίνεται με την επίθεση των χειρών των αποστόλων ή των επισκόπων πάνω στο κεφάλι του χειροτονούμενου. “Προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας” (Πράξ. στ’ 6, ιγ’ 3). Ομοίως και ο Τιμόθεος διά χειροτονίας, με επίθεση δηλαδή των χειρών του Παύλου και του πρεσβυτερίου έλαβε το αξίωμα του επισκόπου. Και αυτό γράφει ο Παύλος· “μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος (του επισκόπου δηλαδή), ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου” (Α’ Τιμόθ. δ’ 14). Και πάλι του υπενθυμίζει να αναζωπυρώνει το χάρισμα της ιεροσύνης, “το χάρισμα του Θεού, λέει, ό εστιν εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου” (Β’ Τιμόθ. α’ 6). Και αυτό, η επίθεση των χειρών δηλαδή στον χειροτονούμενο και οι ευχές που αναγιγνώσκονται και ακούγονται κατά την ώρα της χειροτονίας από τον Επίσκοπο, είναι τα αισθητά, τα ορατά στοιχεία του μυστηρίου, αόρατο δε και υπερφυσικό στοιχείο μένει η θεία Χάρη. Η ιεροσύνη λέγεται ακόμη και καθιέρωση, διότι καθιερώνεται ο χειροτονούμενος στην ιερή διακονία και χάρη της Εκκλησίας, λέγεται και τελεσιουργία και ιερατική τελείωση, διότι δι’ ιερής τελεσιουργίας καθιερώνεται και καταρτίζεται στον ύψιστο και θείο αυτό διακόνημα και αξίωμα.
Λέμε πως είναι θείο το αξίωμα, διότι όχι κυρίως άνθρωποι, αλλ’ ο Θεός διά μέσου ανθρώπων, των επισκόπων, καλεί και καθιερώνει στην Εκκλησία του τους λειτουργούς του. Όταν ο Παύλος κάλεσε στη Μίλητο τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου για να τους συστήσει πλήρη επαγρύπνηση πάνω στη ζωή και πορεία των Χριστιανών τους, τους είπε· “Προσέχετε εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού” (Πράξ. κ’ 28). Θεόσδοτο, λοιπόν, θείο αξίωμα και όχι κοσμικό. “Και η Ιεροσύνη τελείται επί της γης, όπως λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τάξιν δε επουρανίων έχει πραγμάτων”. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σπεύδει ο άνθρωπος στο αξίωμα αυτό, στην Ιεροσύνη, αλλά να περιμένει, είτε δι’ εσωτερικής κλίσεως, η οποία δεν είναι πάντοτε ασφαλής, είτε διά προσώπων εκλεκτών του και καλών περιστάσεων να τον καλέσει ο Θεός στην ύψιστη διακονία. Και είναι μεν αληθές, ότι θεόπνευστο και άξιο προσοχής το θείο λόγιο του Παύλου· “ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί” (Α’ Τιμόθ. γ’ 1). Αλλά θεόπνευστος πάλι λόγος του Παύλου είναι και το “ουχ εαυτώ τις λαμβάνει τιμήν (της Ιεροσύνης), αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών” (Εβρ. Ε’ 4). Να μη σπεύδει λοιπόν κανείς και πολύ περισσότερο να μη χρησιμοποιεί μέσα και δωροδοκίες, οπότε καταντά και “σιμωνιακός” και επομένως ανάξιος της τιμής και χάρης. Εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη της χειροτονίας του υποψηφίου “εξετάζειν πρότερον χρη του χειροτονουμένου τον βίον, είθ’ ούτω καλείν επ’ αυτόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος”. Όπως έκαναν οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να εκλέξουν τους επτά διακόνους. Κάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν· “Επισκέψασθε άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά (εξετάστε να βρείτε επτά άνδρες από σας)” (Πράξ. στ’ 3). Με καλή μαρτυρία δηλαδή, πιστούς, σεμνούς, αγίους, άξιους της χάρης και διακονίας αυτής. Διότι μόνο οι άγιοι και οι άξιοι πρέπει να εκλέγονται και να προάγονται στους βαθμούς της Ιεροσύνης (1).
*  *  *
Υποσημειώσεις
(1) Και στο μυστήριο αυτό της Ιεροσύνης έχουμε διαφορές με τους Προτεστάντες και Παπικούς και πρέπει να τις γνωρίζουμε. Και αυτές είναι, ότι οι μεν Προτεστάντες δεν έχουν Ιεροσύνη παρά μόνο πάστορες. Αυτοί δεν είναι ιερείς. Είναι ένα είδος ποιμένων και έργο έχουν να κηρύττουν το θείο λόγο και προεδρεύουν στη θρησκευτική κοινότητα. Οι Παπικοί αντίθετα προς τους Προτεστάντες υπερτονίζουν και εξαίρουν την τάξη των κληρικών εις βάρος του λαού. Γι’ αυτό, ενώ οι κληρικοί κοινωνούν και από τα δύο είδη της θείας Κοινωνίας (και από το Σώμα και από το Αίμα), στο λαό προσφέρουν μόνο όστιες, δηλαδή μόνο το σώμα, και αυτό αφού συμπληρώσει το 12ο έτος το παιδί. Επομένως και εδώ έχουμε μεγάλες διαφορές με αυτούς και είναι αδύνατη η Ένωση με εμάς τους Ορθοδόξους, αν δεν αποκηρύξουν τις κακοδοξίες τους αυτές.